Η διασύνδεση και διαλεκτική πολιτικής και αλήθειας εξασφαλίζει το φυσικό δικαίωμα και δικαιώνει τον αγώνα του ανθρώπου για ισότητα ευημερίας, ελευθερία δημιουργίας, αρμονική συμβίωση και φωτιστική παιδεία με σκοπό την υπαρξιακή ταυτότητα αναζήτησης του Πραγματικού (Αλήθειας). Αν η πολιτική και οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται και δεν υπερασπίζονται την αλήθεια για το αγαθό μ’ ένα εφεστιακό πρότυπο σχέσης, με μια αφετηρία, τότε αυτή η παράλειψη είναι πιο σοβαρό πρόβλημα από το να λες απλώς πολλά ψέματα. Για τον Αριστοτέλη ο άξιος πολιτικός δεν είναι ο άξιος γενικά για να «άρχει ανθρώπων», αλλά όποιος επιδεικνύει τις απαιτούμενες επιδόσεις για τη συμβιωτική εκείνη κοινωνία που έχει για τελικό σκοπό της το κυριότατο αγαθό. Ο τελικός σκοπός που ο Αριστοτέλης τοποθετεί ως τέχνη και επιστήμη την πολιτική είναι το αγαθό καθαυτό του ανθρώπου στην ποιοτική κοινωνία. Η επι-νόηση της εφευρημένης έννοιας «μετα-αλήθεια» καταργεί κάθε προηγούμενη αξία της κλασικής πολιτικής, φιλοσοφημένης σκέψης και παράδοσης για τη σύνδεσή της με την πολιτική.
Η Αλήθεια χωρίς αναγωγή στο Αγαθό από σταθερό νόημα ρευστοποιείται κατά το δοκούν και ενίοτε εξομοιώνεται με το λάθος, χωρίς να διακρίνεται απ’ αυτό. Ωστόσο η δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει δίχως νόημα αλήθειας – ενότητας - και συμμετοχικό αγώνα γι’ αυτήν. Είναι παρανόηση της πολιτικής το πάθος για την εξουσία με την έλλειψη θυσιακής προσφοράς για την επικράτηση του αγαθού στο κοινωνικό σύνολο. Η βαθύτερη γνώση και συνείδηση της πολιτικής ευθύνης σημαίνει ότι οι πολιτευόμενοι δεν άγονται και φέρονται από τις στρεβλές δοξασίες και προτιμήσεις του πλήθους, ούτε κολακεύουν τις πιο ανορθολογικές παρορμήσεις τους για καθαρά δημαγωγικούς σκοπούς, περιφρονώντας τις φρόνιμες και έλλογες θέσεις των συνειδητοποιημένων πολιτών.
Η αφετηρία κατεύθυνσης της πολιτικής με ποιότητα της διάνοιας με τις συμπράττουσες δυνάμεις της ψυχής (βούληση, συναίσθημα) θέτουν αντίστοιχα και τα όρια και τους όρους της κοινωνικής πολιτικής. Ο απαθής άνθρωπος, ο «άριστος», είναι ένας επαναστάτης με τον αγώνα του εναντίον του εγώ του, των παθών και των απαιτήσεων που του δημιουργούν. Η ταπείνωση στην Αλήθεια-Λόγο ως σχέση του αληθούς με θυσία του εγώ για το Εμείς, και πίστη ως εσωτερική βεβαιότητα και διαίσθηση είναι επαναστατική και λυτρωτική. Η κριτική για την ορθή πολιτική αρχίζει με την προσωπική αυτογνωσία και όχι περιμένοντας ν’ αλλάξουν οι άλλοι. Η απόκλιση της πολιτικής από την πίστη στο Ένα και στην Ολότητα (Ηράκλειτος) δημιουργεί μια κοινωνική αδιακρισία και σύγχυση ως προς τον κοινό σκοπό της κοινωνικής – Αριστοτελικής - ευδαιμονίας. Θεωρούμε ως αλήθεια εκείνο που προβάλλει το ωφελισμιστικό εγώ μας και αυτό αποτελεί ενίοτε το πρόταγμα στην πολιτική συζήτηση. Όταν η γνώση και η πολιτική βασίζονται σε μια γενικευμένη αδιακρισία και αδιαφάνεια τότε αυτό παρομοιάζεται σύμφωνα με το ειρωνικό σχόλιο του Χέγκελ με τη «νύχτα μέσα στην οποία όλες οι αγελάδες είναι μαύρες». Για να υπάρχει πειστική πολιτική ταυτότητας χρειάζεται να συναγωνίζεται και να απηχεί ένα καθολικό κριτήριο αλήθειας απότοκο εσωτερικού φωτός με το οποίο ο άνθρωπος ξεχωρίζει τη ζωή από το σκοτάδι.
Η αλήθεια δεν είναι αντικείμενο που κατακτιέται ή υποτάσσεται από την ατομική μας διάνοια, αλλά προσδιορίζεται ως γεγονός καθολικού νοήματος στο οποίο μετέχουμε όλοι. Και είναι πραγματικό και πιστευτό όταν γίνεται μεθεκτό υποκειμενικά και διυποκειμενικά. Δηλαδή το Αγαθό ως Αλήθεια που έχει συνάφεια με την πολιτική δεν είναι ευκαιριακό ή ανταλλάξιμο, αλλά έχει τέτοια δυναμική που κοινωνείται εμπειρικά και διαιωνίζεται ως ανάστημα ιστορικών και ηρωικών αγώνων. Δυστυχώς σήμερα η αλήθεια έχει υποταχθεί στη μεγάλη επένδυση του ατομικισμού ή στη διανοητική γνώση και δεν μετέχεται ως άσκηση καθολικού νοήματος της πολιτικής και της πνευματικής διαλεκτικής.
Η πολιτική εμπνευσμένη από την Αλήθεια αφορά εμπειρική αναζωπύρωση και επικύρωση ενός τρόπου ζωής που θεμελιώνεται σε πολιτισμικό πρότυπο, αρχέτυπο εσωτερικότητας και κοινωνικότητας. Ως φυσικό αγαθό στην ανθρώπινη φύση είναι κατά τον Ηράκλειτο η δυνατότητα ορθής σκέψης που είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Όμως η ιδιοτέλεια και οι προκαταλήψεις για τα κριτήρια της πολιτικής εμποδίζουν τον άνθρωπο να συλλάβει το Λόγο, την παγκόσμια αλήθεια και το ήθος της ως εγγενές ταυτοτικό γίγνεσθαι. Η αυτονόμηση της αξίας των ατομικών πράξεων και των προϊόντων εργασίας και του χρήματος ως μέτρου τιμής των αρετολογικών αξιών της πολιτικής απογυμνώνουν την αξία της πολιτικής αποδυναμώνοντας την ανθρώπινη πολιτική συμβίωση.
Ο ανθρώπινος νους χάνεται στην αναζήτηση της γνήσιας πολιτικής, όταν εκκινεί από το «εγώ», αδιαφορεί για την ιστορία ή συμφωνεί άκριτα με την όποια πραγματικότητα ή είναι αντανάκλαση αυτής χωρίς κάποια προϋπόθεση αυτογνωσίας, κριτικής και αντιπαράθεσης. Η πεποίθηση του Σέλλινγκ είναι ότι το εγώ δεν μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του ως γενετική μήτρα του όλου συστήματος. Άρα το «υπάρχω» δεν είναι δικό μου, υπάρχω διότι τα πάντα υπάρχουν αληθινά μέσα στην ολότητα ή στον Θεό.
Η απώλεια παιδευτικής χειραφέτησης για την ελευθερία και τη συλλογική συνείδηση οδήγησε στην καθιέρωση της έννοιας της «πολιτικής» του ατόμου που δεν υποτάσσεται πια σε κάποιους ασκητικούς κανόνες και όρια για χάρη της κοινωνίας, της υπαρξιακής λύτρωσης και του αιώνιου κοινωνικού συμφέροντος. Στα ελαττώματα του Έλληνα περιλαμβάνεται και η έντονη αυθαιρεσία που εμποδίζει μια ασκητική πολιτική πάνω σε πειθάρχηση κοινωνικών κανόνων και δικαίου για να μιμηθεί και τη φυσική αρμονία. Η ποσοτική εκδοχή ως μονόδρομος και πιστοποίηση της ελευθερίας στην πολιτική επιλογών αγοράς και ζήτησης υποκαθιστά τον πολιτισμό νοηματοδότησης του Πραγματικού και κοινωνικού οράματος και ανταλλάσσει την υλομανία με το πνευματικό κεφάλαιο μιας χώρας με ιστορία.
Αυτός ο αιώνας της τεχνικής/μηχανικής, της μαζοποίησης, της κατάπνιξης της ποιότητας, της επιτάχυνσης των ρυθμών της «εγωλατρικής» ζωής, δεν αφήνουν χώρο και χρόνο για τη συναίσθηση της ωραιότητας, της πολιτικής αλήθειας, συμβολή στην απορία για την ουσία του ανθρώπου και της ζωής. Ο αρχαίος Έλληνας δεν μπορούσε ν’ αντέξει γυμνή, ορφανή και άκαλλη την αλήθεια, έτσι έπλασε τους Ολύμπιους θεούς και έφθασε στον άγνωστο Θεό για να παντρέψει την αλήθεια με το κάλλος, την ομορφιά με την αρμονία. Η πνευματική του πρόοδος ήταν να προβλέψει την αποκαλυπτική λύτρωση από τα είδωλα και να μυηθεί στη νέα αποκαλυπτική δυναμική του χριστιανικού μηνύματος της Αγάπης. Η βάση του ελληνικού πολιτισμού είναι η αναζήτηση πραγμάτωσης της αλήθειας που σαρκώνει την αιωνιότητα και το αμετάβλητο του Αγαθού, ως εστιακό βάθος ζωής. Το κριτήριο αλήθειας στη ζωή και στην πολιτική κοινωνία είναι η ίδια αλήθεια, το αγαθό, είναι ο τρόπος βίου με αναπαράσταση και αναβίωση αυτού που δεν φθείρεται, δεν πεθαίνει και δεν μεταβάλλεται διαχρονικά. Στον Παρθενώνα ή στην Αγιά Σοφιά, αιώνια μνημεία, με τη σύνθεση τέχνης και Λόγου (τεχνο-λογία) αντανακλάται η σύνθεση πολιτικής και πολιτισμού όπου διαφαίνεται και θεάται μια αρμονία που ανάγεται σε αρχέτυπο και πρότυπο που δεν φθείρεται στη διαχρονία του πολιτικού και οικουμενικού πολιτισμού.
*τ. Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου
Πρόεδρος Ολυμπιακού Κέντρου Φιλοσοφίας και Παιδείας