Βαριά εκλογική ήττα υπέστη το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τους Δημοκρατικούς να ανακτούν τον έλεγχο της Γερουσίας και να εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις προβολές των αμερικανικών δικτύων, την πλειοψηφία και στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Τα αποτελέσματα, που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας και τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης 4 Νοεμβρίου, σηματοδοτούν σημαντική ανατροπή των πολιτικών ισορροπιών στην Ουάσινγκτον, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα Κογκρέσο στο οποίο οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να εμποδίσουν βασικές νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησής του.
Το εύρος της ήττας αποτυπώνεται και στις απώλειες των Ρεπουμπλικανών σε πολιτείες που θεωρούνταν επί δεκαετίες ισχυρά εκλογικά τους προπύργια, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το Τέξας.
Οι Δημοκρατικοί ανακτούν τη Γερουσία – Ανατροπή και στη Βουλή
Η μεγαλύτερη πολιτική ανατροπή της εκλογικής βραδιάς σημειώθηκε στη Γερουσία, όπου οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να ανατρέψουν τις αρχικές προβλέψεις και να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που μεταδόθηκαν τις πρώτες πρωινές ώρες, οι Δημοκρατικοί έφτασαν τις 53 έδρες στη Γερουσία, ενώ η καταμέτρηση συνεχιζόταν σε επιμέρους αναμετρήσεις.
Παράλληλα, οι προβολές των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης έδειχναν ότι το Δημοκρατικό Κόμμα ανακτά και τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Το NBC News προέβλεπε ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να φτάσουν τις 248 έδρες, έναντι 187 των Ρεπουμπλικανών, ξεπερνώντας το όριο των 218 εδρών που απαιτείται για την πλειοψηφία.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνεται ως προς τη γενική κατεύθυνση και από τη διεθνή ειδησεογραφία, με το Reuters να μεταδίδει ότι οι Δημοκρατικοί ανακτούν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Η πρώτη αντίδραση Τραμπ: «Θα αποδεχθώ τα αποτελέσματα»
Παρά την έκταση των απωλειών, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί την εκλογική ετυμηγορία και να συνεργαστεί με τη νέα πλειοψηφία.
Σε συνέντευξή του στους New York Times, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε:
«Είμαι απολύτως διατεθειμένος να αποδεχθώ αυτά τα αποτελέσματα».
Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι προσβλέπει σε συνεργασία με τους Δημοκρατικούς, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αναζήτησης συμβιβαστικών λύσεων.
Σε άλλες δηλώσεις του αναγνώρισε την εκλογική επιτυχία της αντιπολίτευσης.
«Οι Δημοκρατικοί έκαναν καλή δουλειά, πάλεψαν σκληρά», ανέφερε, αποφεύγοντας ωστόσο να χαρακτηρίσει το αποτέλεσμα προσωπική του αποτυχία.
«Δεν μου αρέσει να το βλέπω ως προσωπική αποτυχία, γιατί εγώ δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο», υποστήριξε.
Νωρίτερα, σε ανάρτησή του στο Truth Social, είχε επισημάνει ότι εάν ήταν ο ίδιος υποψήφιος, οι Ρεπουμπλικανοί θα είχαν κερδίσει με μεγάλη διαφορά.
Η τοποθέτηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την έντονη προσωπική συμμετοχή του στην προεκλογική εκστρατεία, κατά την οποία είχε καλέσει τους υποστηρικτές του να ψηφίσουν σαν να ήταν ο ίδιος υποψήφιος.
Ο Τραμπ παραδέχεται ότι ο πόλεμος στο Ιράν επηρέασε τις εκλογές
Ιδιαίτερη σημασία έχει η παραδοχή του Αμερικανού προέδρου ότι ο πόλεμος στο Ιράν συνέβαλε στις εκλογικές απώλειες των Ρεπουμπλικανών.
Σε τηλεφωνική συνέντευξη στη Wall Street Journal, ο Τραμπ αναγνώρισε ότι η σύγκρουση αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που επηρέασαν την ψήφο των Αμερικανών.
«Το Ιράν έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του», δήλωσε.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο πρόεδρος αναφέρθηκε επίσης στις αυξημένες τιμές του πετρελαίου και των καυσίμων ως σημαντικό πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνησή του.
Παρά την παραδοχή αυτή, υπερασπίστηκε την απόφασή του για τον πόλεμο και υποστήριξε ότι δεν έχει μετανιώσει για την επιλογή του.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι δεν σχεδιάζει ανασχηματισμό της κυβέρνησής του μετά το εκλογικό αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, εξέφρασε την υποστήριξή του στον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, τον οποίο χαρακτήρισε εξαιρετικό.
Σύμφωνα με το Reuters, ο Τραμπ προειδοποίησε επίσης ότι θα χρησιμοποιήσει το προεδρικό βέτο απέναντι σε νομοθετικές πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών με τις οποίες διαφωνεί.
Ιστορική ανατροπή στο Τέξας – Νίκη των Δημοκρατικών σε προπύργιο των Ρεπουμπλικανών
Μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις των εκλογών καταγράφηκε στο Τέξας, όπου ο 37χρονος Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Κεν Πάξτον στην αναμέτρηση για τη Γερουσία.
Η νίκη αυτή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς το Τέξας αποτελεί παραδοσιακό προπύργιο των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι κυριαρχούσαν στις πολιτειακές εκλογικές αναμετρήσεις για περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Ο Ταλαρίκο είχε επικεντρώσει την προεκλογική εκστρατεία του στο κόστος διαβίωσης, στα ζητήματα διαφθοράς και στην ανάγκη πολιτικής αλλαγής.
Στην πανηγυρική του ομιλία μετά την εκλογική νίκη, δήλωσε:
«Ο λαός του Τέξας ήταν η σφεντόνα μου και απόψε νικήσαμε τον Γολιάθ».
Παράλληλα, έστειλε μήνυμα προς τους μεγάλους χρηματοδότες της πολιτικής ζωής, υποστηρίζοντας ότι η εξουσία ανήκει στους πολίτες.
Η ανατροπή στο Τέξας δεν περιορίστηκε στη Γερουσία. Σύμφωνα με το Axios, η Δημοκρατική Τζίνα Ινοχόσα επικράτησε και στην αναμέτρηση για τη θέση του κυβερνήτη, απέναντι στον Ρεπουμπλικανό Γκρεγκ Άμποτ.
Οι μεγάλες απώλειες των Ρεπουμπλικανών σε Κάνσας, Άιοβα και Νότια Καρολίνα
Η εκλογική δυναμική των Δημοκρατικών επεκτάθηκε και σε άλλες πολιτείες, όπου οι Ρεπουμπλικανοί είχαν ισχυρή παρουσία.
Στο Κάνσας, ο Δημοκρατικός Άνταμ Χάμιλτον επικράτησε του απερχόμενου Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ, ο οποίος είχε την υποστήριξη του Τραμπ.
Πρόκειται για μία ιδιαίτερα σημαντική ανατροπή σε πολιτεία την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος είχε κερδίσει το 2024 με διαφορά μεγαλύτερη των 16 ποσοστιαίων μονάδων.
Στην Άιοβα, ο Δημοκρατικός Τζος Τούρεκ επικράτησε της Ρεπουμπλικανής Άσλεϊ Χίνσον, εξασφαλίζοντας ακόμη μία έδρα για το κόμμα του.
Στη Νότια Καρολίνα, η Δημοκρατική Άνι Άντριους σημείωσε επίσης μία απρόσμενη νίκη απέναντι στην Νταρλίν Γκρέιαμ, σε μία πολιτεία που παραδοσιακά ευνοεί τους Ρεπουμπλικανούς.
Σημαντικές επιτυχίες κατέγραψαν οι Δημοκρατικοί και σε άλλες πολιτείες, μεταξύ των οποίων η Βόρεια Καρολίνα και το Οχάιο.
Τσακ Σούμερ: «Κερδίσαμε ενάντια σε όλα τα προγνωστικά»
Με πανηγυρικές δηλώσεις υποδέχθηκαν τα αποτελέσματα τα κορυφαία στελέχη των Δημοκρατικών.
Ο Τσακ Σούμερ, επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, χαρακτήρισε την εκλογική επικράτηση μεγάλη ανατροπή.
«Ενάντια σε όλα τα προγνωστικά, εμείς οι Δημοκρατικοί κερδίσαμε τη Γερουσία», δήλωσε.
Στέλνοντας μήνυμα προς τους Αμερικανούς πολίτες, ανέφερε:
«Η ανακούφιση είναι καθ' οδόν».
Ο Σούμερ υποστήριξε επίσης ότι οι Ρεπουμπλικανοί επέλεξαν να ακολουθήσουν τον Τραμπ σε μία πολιτική πορεία που οδήγησε στην εκλογική τους ήττα.
Από την πλευρά του, ο Χακίμ Τζέφρις χαιρέτισε την επικράτηση των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, χαρακτηρίζοντάς την νίκη για την Αμερική.
Ιστορική εκλογή στο Νέο Μεξικό
Ανάμεσα στα αποτελέσματα που ξεχώρισαν βρίσκεται και η νίκη της Ντεμπ Χάαλαντ στο Νέο Μεξικό.
Η πρώην υπουργός Εσωτερικών των ΗΠΑ και πρώην μέλος του Κογκρέσου επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Γκρεγκ Χαλ, εξασφαλίζοντας τη θέση της κυβερνήτη.
Με την εκλογή της γίνεται η πρώτη ιθαγενής Αμερικανίδα που αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση πολιτείας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Χάαλαντ, μέλος της φυλής Λαγκούνα Πουέμπλο, είχε θέσει στο επίκεντρο της προεκλογικής της εκστρατείας τις φορολογικές ελαφρύνσεις και την ενίσχυση των προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας.
Τι σημαίνει η ήττα για την επόμενη ημέρα της προεδρίας Τραμπ
Η απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου δημιουργεί νέα δεδομένα για το υπόλοιπο της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ.
Οι Δημοκρατικοί, με τον έλεγχο της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων, αποκτούν ισχυρότερη δυνατότητα παρέμβασης στη νομοθετική διαδικασία, ενώ μπορούν να προχωρήσουν σε κοινοβουλευτικές έρευνες και ελέγχους της κυβερνητικής δραστηριότητας.
Το εκλογικό αποτέλεσμα καταγράφεται σε μία περίοδο κατά την οποία η αμερικανική πολιτική σκηνή επηρεάζεται από τον πόλεμο στο Ιράν, τις αυξημένες τιμές των καυσίμων και τις ανησυχίες των πολιτών για το κόστος διαβίωσης.
Για τον Τραμπ, η νέα πραγματικότητα σημαίνει ότι η προώθηση της κυβερνητικής ατζέντας θα απαιτεί πλέον συνεννόηση με την αντιπολίτευση, την ώρα που οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται σημαντικά ενισχυμένοι ενόψει της επόμενης πολιτικής περιόδου.