Στις κάλπες προσέρχονται σήμερα Κυριακή 25 Οκτωβρίου οι Βραζιλιάνοι για τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, σε μια εξαιρετικά αμφίρροπη αναμέτρηση μεταξύ του προέδρου Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και του γερουσιαστή Φλάβιο Μπολσονάρου, γιου του πρώην προέδρου Ζαΐχ Μπολσονάρου. Περισσότεροι από 158,7 εκατομμύρια εκλογείς έχουν δικαίωμα συμμετοχής, σύμφωνα με το Ανώτατο Εκλογικό Δικαστήριο της χώρας.
Η τελευταία δημοσκόπηση της Datafolha, που δημοσιοποιήθηκε το Σάββατο 24 Οκτωβρίου, καταγράφει 51% των έγκυρων ψήφων για τον Φλάβιο Μπολσονάρου και 49% για τον Λούλα. Η διαφορά βρίσκεται εντός του περιθωρίου σφάλματος των δύο ποσοστιαίων μονάδων. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στις 23 και 24 Οκτωβρίου, σε δείγμα 4.050 ψηφοφόρων από 124 δήμους, και διαδέχεται τη μέτρηση της Πέμπτης που έδινε 50%-50%.
Στον πρώτο γύρο, ο 45χρονος γερουσιαστής είχε προηγηθεί με 47,03%, ενώ ο Λούλα συγκέντρωσε 45,16%, σύμφωνα με τα στοιχεία της εκλογικής αρχής. Ο σημερινός πρόεδρος διεκδικεί τέταρτη, μη συνεχόμενη θητεία, ενώ ο αντίπαλός του συμμετέχει για πρώτη φορά σε προεδρική αναμέτρηση.
Η προεκλογική εκστρατεία ολοκληρώθηκε με έντονη κινητοποίηση των δύο στρατοπέδων. Στην τελευταία τηλεμαχία, το βράδυ της Παρασκευής, κυριάρχησαν οι επικρίσεις για την οικονομία, την εγκληματικότητα και την ικανότητα διακυβέρνησης, με τους υποψηφίους να επιχειρούν να συσπειρώσουν τους υποστηρικτές τους.
Ο Λούλα προέβαλε την κυβερνητική κοινωνική πολιτική, την ενίσχυση των φτωχότερων νοικοκυριών, την προστασία της εργασίας και τη μείωση των ανισοτήτων. Παράλληλα, ανέδειξε την εθνική κυριαρχία, ασκώντας κριτική στους αμερικανικούς δασμούς σε βραζιλιάνικα προϊόντα.
Ο Φλάβιο Μπολσονάρου έδωσε έμφαση στην αυστηρότερη αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, στην υποστήριξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας και στη στενότερη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιδιώκοντας να εκφράσει τη συνέχεια του πολιτικού ρεύματος που συνδέεται με τον πατέρα του.
Η συμμετοχή αποτελεί κρίσιμο παράγοντα σε μια αναμέτρηση τόσο μικρών διαφορών. Η προσέλευση των υποστηρικτών κάθε υποψηφίου μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, ανεξάρτητα από την οριακή εικόνα των δημοσκοπήσεων.
Το αποτέλεσμα παρακολουθείται στενά στη Λατινική Αμερική, καθώς θα καθορίσει την οικονομική, κοινωνική και διπλωματική κατεύθυνση της μεγαλύτερης οικονομίας της περιοχής για την επόμενη τετραετία.