Ισχυρές αναταράξεις προκαλούν στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό οι εκλογές σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, με τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς να καταγράφει βαριές απώλειες, την Αριστερά να πετυχαίνει ιστορική νίκη στη γερμανική πρωτεύουσα και την ακροδεξιά AfD να αναδεικνύεται πρώτη δύναμη στο βορειοανατολικό κρατίδιο.
Τα αποτελέσματα συνιστούν ένα ακόμη σοβαρό πολιτικό πλήγμα για τον Μερτς, λιγότερο από ενάμιση χρόνο μετά την ανάληψη της καγκελαρίας. Ο ίδιος χαρακτήρισε «καταστροφή» το αποτέλεσμα της CDU στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, ξεκαθαρίζοντας πάντως ότι δεν προτίθεται να αποχωρήσει και ότι θα συνεχίσει την κυβερνητική ατζέντα μεταρρυθμίσεων.
Ιστορική νίκη της Αριστεράς στο Βερολίνο
Η μεγάλη ανατροπή καταγράφηκε στο Βερολίνο, όπου το Die Linke, με επικεφαλής την 45χρονη Ελίφ Εράλπ, αναδείχθηκε καθαρά πρώτη δύναμη.
Σύμφωνα με το προσωρινό επίσημο αποτέλεσμα, η Αριστερά συγκέντρωσε 25,7%, υπερδιπλασιάζοντας το 12,2% που είχε λάβει το 2023 και πετυχαίνοντας το καλύτερο αποτέλεσμα της ιστορίας της στη γερμανική πρωτεύουσα.
Αντίθετα, η CDU υποχώρησε στο 18,8% από 28,2%, χάνοντας σχεδόν δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Η AfD ενισχύθηκε σημαντικά στο 16,3%, οι Πράσινοι περιορίστηκαν στο 14,3%, ενώ το SPD κατέγραψε με 12,1% το χειρότερο αποτέλεσμα της ιστορίας του στο Βερολίνο.
Για την Εράλπ, η νίκη ανοίγει πλέον τον δρόμο ακόμη και για την ανάληψη της δημαρχίας της γερμανικής πρωτεύουσας, εφόσον καταφέρει να συγκροτήσει κυβερνητικό συνασπισμό.
Το στεγαστικό «κλειδί» της ανατροπής
Πίσω από την εντυπωσιακή άνοδο του Die Linke βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα του σύγχρονου Βερολίνου: η κατοικία.
Η Εράλπ έθεσε το στεγαστικό στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας της, με αιχμή το κόστος των ενοικίων, την έλλειψη προσιτής κατοικίας και τον περιορισμό της κερδοσκοπίας στην αγορά ακινήτων.
Η ίδια έχει μετατρέψει μάλιστα το ζήτημα σε πολιτικό της σήμα, εμφανιζόμενη συχνά με ένα χρυσό κολιέ που γράφει «Mietendeckel» – «πλαφόν στα ενοίκια».
Το Reuters επισημαίνει ότι η στεγαστική κρίση αποτέλεσε το κυρίαρχο ζήτημα της εκλογικής μάχης. Η Linke υποσχέθηκε, μεταξύ άλλων, περισσότερες οικονομικά προσιτές κατοικίες, παρεμβάσεις σε υπερβολικά υψηλά ενοίκια και περιορισμό των βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Παράλληλα, η Εράλπ δεσμεύθηκε να προωθήσει την κοινωνικοποίηση μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών κατοικίας, επαναφέροντας ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα πολιτικά ζητήματα της πόλης.
Η πρόταση έχει ισχυρό παρελθόν: σε δημοψήφισμα του 2021 περίπου το 58% των ψηφοφόρων είχε ταχθεί υπέρ μιας τέτοιας κατεύθυνσης, η οποία θα μπορούσε να αφορά περίπου 220.000 κατοικίες. Ωστόσο, η εφαρμογή της παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά. Πρόσφατη έρευνα του Infratest dimap κατέγραψε υποστήριξη μόλις 37%, ενώ το SPD υπολογίζει ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να κοστίσει περίπου 20 δισ. ευρώ.
Οι νέοι έστειλαν μήνυμα από την κάλπη
Εξίσου εντυπωσιακή είναι η κοινωνική σύνθεση της ψήφου προς την Αριστερά.
Τα στοιχεία των γερμανικών μέσων δείχνουν ότι η Linke είχε ιδιαίτερα υψηλή απήχηση στους νεότερους ψηφοφόρους. Σύμφωνα με ανάλυση του ZDF, σχεδόν οι μισοί ψηφοφόροι κάτω των 30 ετών στο Βερολίνο επέλεξαν την Αριστερά.
Το κόμμα δεν περιορίστηκε όμως στο υπάρχον ακροατήριό του. Οι εκτιμήσεις μετακινήσεων του Infratest dimap δείχνουν σημαντικές εισροές από άλλα κόμματα, ιδιαίτερα από τους Πράσινους και το SPD.
Το Reuters καταγράφει περίπου 51.000 ψηφοφόρους που μετακινήθηκαν από τους Πράσινους προς τη Linke και περίπου 36.000 από το SPD.
Η επιτυχία της Εράλπ φαίνεται έτσι να αποτελεί συνδυασμό της στεγαστικής ατζέντας, της ισχυρής παρουσίας του κόμματος στη νεολαία και της γενικότερης απομάκρυνσης μέρους των ψηφοφόρων από τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας.
Γιατί κατέρρευσε η CDU στο Βερολίνο
Η ήττα των Χριστιανοδημοκρατών δεν εξηγείται πάντως αποκλειστικά από τη φθορά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης Μερτς.
Η CDU του Βερολίνου πέρασε μια εξαιρετικά δύσκολη προεκλογική περίοδο και αναγκάστηκε να αλλάξει υποψήφιο για την ηγεσία της πόλης μέσα στην εκστρατεία. Ο κυβερνών δήμαρχος Κάι Βέγκνερ είχε βρεθεί υπό έντονη πίεση μετά τη λεγόμενη «υπόθεση του τένις» και την κριτική για τη διαχείριση της κρίσης που ακολούθησε επίθεση στο δίκτυο ηλεκτροδότησης.
Τη θέση του πήρε μόλις τον Ιούλιο ο Στέφαν Έβερς.
Παράλληλα, η δυσαρέσκεια απέναντι στην απερχόμενη κυβέρνηση CDU-SPD ήταν τεράστια: πριν από τις εκλογές μόλις 20% δήλωνε ικανοποιημένο από το έργο της, έναντι 77% που δήλωνε δυσαρεστημένο. Σύμφωνα με το ARD, πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο κυβερνητικής ικανοποίησης που έχει καταγράψει το Infratest dimap σε κρατιδιακή εκλογή από το 1998.
Ενδεικτικές είναι και οι μετακινήσεις ψηφοφόρων: η CDU εκτιμάται ότι έχασε καθαρά περίπου 54.000 ψηφοφόρους προς την AfD και 15.000 προς τη Linke.
Ακόμη μεγαλύτερο το σοκ στο Μεκλεμβούργο
Αν το Βερολίνο αποτέλεσε βαριά ήττα, στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία η εικόνα για τη CDU ήταν ακόμη δυσμενέστερη.
Η AfD αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με περίπου 38%, υπερδιπλασιάζοντας την εκλογική της δύναμη σε σχέση με το 2021 και επικρατώντας του SPD της πρωθυπουργού Μανουέλα Σβέζιγκ.
Για τη CDU, όμως, το αποτέλεσμα ήταν ιστορικό: περιορίστηκε περίπου στο 5%, καταγράφοντας τη χειρότερη επίδοσή της σε κρατιδιακές εκλογές στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας.
Η εκτίμηση του Infratest dimap δείχνει ότι οι Χριστιανοδημοκράτες έχασαν περίπου 32.000 ψηφοφόρους προς την AfD και 25.000 προς το SPD, αποτυπώνοντας το μέγεθος της εκλογικής αποσύνθεσης της CDU στο κρατίδιο.
Η οικονομική ανασφάλεια αλλάζει τον πολιτικό χάρτη
Οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον για τη Γερμανία.
Το Reuters συνδέει τις μετακινήσεις των ψηφοφόρων με την παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα, το υψηλό κόστος ζωής, τις πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και τις νέες απώλειες θέσεων εργασίας στη γερμανική βιομηχανία. Η οικονομική ανασφάλεια φαίνεται να απομακρύνει τμήματα του εκλογικού σώματος από τα παραδοσιακά κόμματα της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς.
Ωστόσο, η δυσαρέσκεια δεν κατευθύνεται παντού προς την ίδια πολιτική δύναμη.
Στο Βερολίνο ενίσχυσε θεαματικά τη Linke, με επίκεντρο το στεγαστικό και τα κοινωνικά ζητήματα. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, αντίθετα, σημαντικό μέρος της διαμαρτυρίας κατευθύνθηκε προς την AfD, η οποία πρόβαλε μεταξύ άλλων την επαναλειτουργία του Nord Stream και την επιστροφή στη φθηνότερη ρωσική ενέργεια.
Η επόμενη ημέρα στο Βερολίνο
Παρά την καθαρή εκλογική νίκη, η Ελίφ Εράλπ δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει την ηγεσία της πόλης.
Η Linke θα χρειαστεί κυβερνητικούς εταίρους και έχει ήδη στραφεί προς Πράσινους και SPD. Ένας συνασπισμός των τριών κομμάτων διαθέτει αριθμητικά τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, αλλά οι διαπραγματεύσεις αναμένονται δύσκολες.
Το SPD διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις απέναντι στην πρόταση της Linke για κοινωνικοποίηση μεγάλων εταιρειών κατοικίας, ενώ οι Πράσινοι έχουν ζητήσει σαφή δέσμευση της Αριστεράς στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού, με τη Linke να απορρίπτει ότι υπάρχει συστηματικό πρόβλημα αντισημιτισμού στις τάξεις της.
Παράλληλα, παραμένει αριθμητικά δυνατή και μια κυβέρνηση υπό τη CDU με συμμετοχή Πρασίνων και SPD.
Αυξάνεται η πίεση στον Μερτς
Το πολιτικό μήνυμα των δύο αναμετρήσεων ξεπερνά πλέον τα όρια των συγκεκριμένων κρατιδίων.
Το Reuters σημειώνει ότι οι εκλογές προσθέτουν νέα πίεση στον Φρίντριχ Μερτς, καθώς η CDU χάνει ψηφοφόρους, μεταξύ άλλων προς την AfD, ενώ αυξάνεται η αμφισβήτηση για το κατά πόσο η κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την οικονομική στασιμότητα και το κόστος ζωής.
Ο ίδιος ο καγκελάριος παραδέχθηκε ότι από την ομοσπονδιακή πολιτική δεν υπήρξε ο «ούριος άνεμος» που θα χρειαζόταν η CDU στο Βερολίνο, ενώ για το αποτέλεσμα στο Μεκλεμβούργο έκανε λόγο για «καταστροφή». Παρά τις πιέσεις, έχει καταστήσει σαφές ότι σκοπεύει να παραμείνει στη θέση του και να συνεχίσει το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.
Οι κάλπες, πάντως, ανέδειξαν δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας ευρύτερης πολιτικής μεταβολής: στο Βερολίνο μια ισχυρή στροφή προς τη Linke και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία περαιτέρω ενίσχυση της AfD.
Κοινός παρονομαστής είναι η υποχώρηση των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας και ένα γερμανικό πολιτικό σκηνικό που γίνεται ολοένα πιο κατακερματισμένο, καθιστώντας ταυτόχρονα δυσκολότερο τον σχηματισμό σταθερών κυβερνητικών πλειοψηφιών.