Η δημογραφική εικόνα της Ελλάδας προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς η πτωτική πορεία των γεννήσεων αναμένεται να συνεχιστεί και τις επόμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας του καθηγητή Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνα Κοτζαμάνη, οι γεννήσεις την περίοδο 2027-2046 δεν αναμένεται να ξεπεράσουν τα 1,4 εκατομμύρια, έναντι περίπου 1,8 εκατομμυρίων που καταγράφηκαν την προηγούμενη εικοσαετία.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε μια μακροχρόνια τάση μείωσης, η οποία καταγράφεται στη χώρα ήδη από τη δεκαετία του 1980. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, την περίοδο 1951-1980 οι γεννήσεις κυμαίνονταν κατά μέσο όρο στις 150.000 ετησίως. Στη συνέχεια άρχισαν να υποχωρούν, με αποτέλεσμα τη δεκαετία του 1990 να περιοριστούν περίπου στις 100.000. Ακολούθησε μια πρόσκαιρη ανάκαμψη τη δεκαετία του 2000, πριν ξεκινήσει ξανά η πτωτική πορεία, με τις γεννήσεις να εκτιμάται ότι θα φτάσουν τις 65.000 το 2026.
Η μεγάλη υποχώρηση των γεννήσεων τις τελευταίες δεκαετίες
Η σύγκριση των διαδοχικών δεκαετιών αποτυπώνει το μέγεθος της δημογραφικής μεταβολής. Την περίοδο 2011-2020 καταγράφηκαν περίπου 920.000 γεννήσεις, ενώ για την τρέχουσα δεκαετία, 2021-2030, ο αριθμός τους εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσει τις 700.000, σημειώνοντας μείωση της τάξης του 25%.
Ο κ. Κοτζαμάνης υπογραμμίζει ότι η μείωση δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, καθώς η υποχώρηση της γονιμότητας παρατηρείται συνολικά στις ανεπτυγμένες χώρες. Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ορισμένες σημαντικές ιδιαιτερότητες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1930 απέκτησαν κατά μέσο όρο σχεδόν 2,3 παιδιά, ενώ για τις γυναίκες που γεννήθηκαν το 1985 ο αντίστοιχος αριθμός είναι μικρότερος από 1,5 παιδί.
Γιατί η Ελλάδα διαφοροποιείται από άλλες ευρωπαϊκές χώρες
Μία από τις βασικές διαφορές της Ελλάδας σε σχέση με αρκετές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης είναι ότι η μείωση της γονιμότητας ξεκίνησε αργότερα, αλλά συνεχίστηκε χωρίς ουσιαστική αναστροφή.
Παράλληλα, στις νεότερες γενιές διευρύνεται η απόσταση ανάμεσα στον αριθμό των παιδιών που τελικά αποκτούν τα ζευγάρια και σε εκείνον που θα επιθυμούσαν να αποκτήσουν. Η απόσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη σε σχέση με το επίπεδο των 2,07 παιδιών ανά γυναίκα, που απαιτείται για την αναπλήρωση των γενεών.
Ο καθηγητής επισημαίνει ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν διαμορφωθεί εδώ και χρόνια ευνοϊκότερες συνθήκες για τη δημιουργία οικογένειας. Σε αυτές περιλαμβάνονται η ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, ο περιορισμός των έμφυλων ανισοτήτων και η καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην επαγγελματική ζωή και την οικογενειακή φροντίδα.
Αντίθετα, στην Ελλάδα οι μεταπολεμικές γενιές αποκτούν σταδιακά όλο και λιγότερα παιδιά, με αποτέλεσμα τη συνεχή συρρίκνωση των γεννήσεων.
Η πρόβλεψη για την επόμενη εικοσαετία
Παρά το γεγονός ότι τα επόμενα χρόνια αναμένεται να επιβραδυνθεί η μείωση του αριθμού των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών, καθώς και ορισμένες άλλες αρνητικές δημογραφικές τάσεις, η συνολική εικόνα δεν αναμένεται να αλλάξει ουσιαστικά.
Όπως τονίζει ο Βύρων Κοτζαμάνης, την εικοσαετία 2027-2046 οι γεννήσεις θα είναι λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια, εφόσον δεν υπάρξει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο. Πρόκειται για αισθητή υποχώρηση σε σύγκριση με τα 1,8 εκατομμύρια της περιόδου 2007-2026.
Μάλιστα, η πρόβλεψη για την επόμενη εικοσαετία είναι ακόμη πιο δυσοίωνη, καθώς τότε θα φτάσουν σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας οι γενιές που γεννήθηκαν μεταξύ 2009 και 2026. Πρόκειται για γενιές με σημαντικά μικρότερο αριθμό μελών, αφού στο συγκεκριμένο διάστημα οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 45%.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν το βάθος και τη διάρκεια του δημογραφικού προβλήματος, καθώς η μείωση των γεννήσεων σήμερα επηρεάζει άμεσα και τον αριθμό των ανθρώπων που θα βρίσκονται σε ηλικία τεκνοποίησης τις επόμενες δεκαετίες.