Σύμφωνα με τον συγγραφέα και μελετητή της γλώσσας Νίκο Σαραντάκο, ένας ενδεικτικός κατάλογος συγκεντρώνει 220 λέξεις που έχουν καταγραφεί ως τουρκικής προέλευσης. Ωστόσο, δύο από αυτές, η «μπόρα» και το «ταπί», δεν έχουν τελικά τουρκική ρίζα, με αποτέλεσμα ο αριθμός να διαμορφώνεται στις 218.
Βέβαια, ο χαρακτηρισμός μιας λέξης ως τουρκικής προέλευσης δεν είναι πάντοτε απόλυτος. Αρκετές λέξεις προέρχονται αρχικά από άλλες γλώσσες, όπως τα αραβικά και τα περσικά, και έφτασαν στην ελληνική μέσα από την τουρκική.
Γιατί είναι δύσκολο να υπολογιστούν όλες οι τουρκικές λέξεις
Ο ακριβής αριθμός των τουρκικών δανείων που υπάρχουν στην ελληνική γλώσσα δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί. Η γλώσσα εξελίσσεται συνεχώς, ενώ ορισμένες λέξεις έχουν πλέον εγκαταλειφθεί, άλλες εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται καθημερινά και πολλές έχουν δημιουργήσει παράγωγες μορφές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λέξη «γλέντι», από την οποία προέρχονται οι λέξεις «γλεντάω», «γλεντζής», «γλεντζού», «γλεντζέδικος», «γλεντοκόπος» και «γλεντοκόπι», μεταξύ άλλων.
Αυτό δείχνει πως μία μόνο λέξη μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία πολλών διαφορετικών τύπων, γεγονός που κάνει ακόμη πιο περίπλοκη την καταμέτρηση των γλωσσικών δανείων.
Οι 218 λέξεις τουρκικής προέλευσης που συναντάμε στα ελληνικά
Ο κατάλογος που ακολουθεί περιλαμβάνει λέξεις που έχουν περάσει στη νεοελληνική από την τουρκική, μαζί με τη σημασία τους. Πρόκειται για όρους που χρησιμοποιούνται σε διαφορετικές περιστάσεις της καθημερινότητας, από το φαγητό και το σπίτι μέχρι τις ανθρώπινες σχέσεις και τις κοινωνικές συναναστροφές.
Ακολουθούν οι λέξεις που περιλαμβάνονται στην καταγραφή:
Αγάς: δεσποτικός, αυταρχικός.
Αγιάζι: το πρωινό ή νυχτερινό κρύο.
Αλάνα: ανοιχτός χώρος.
Αλάνι: αλήτης.
Γιακάς: περιλαίμιο.
Γιαπί: οικοδομή.
Γιαρμάς: ροδάκινο.
Γιαούρτι: πηγμένο γάλα.
Γιλέκο: περιθωράκιον.
Γινάτι: πείσμα.
Γιουρούσι: επίθεση.
Γκάιντα: άσκαυλος.
Γκέμι: χαλινάρι.
Γλέντι: διασκέδαση.
Γούρι: τύχη.
Γρουσούζης: κακότυχος.
Δερβένι: κλεισούρα.
Εργένης: άγαμος.
Ζαμάνια: μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ζαρζαβατικά: λαχανικά.
Ζόρι: δυσκολία.
Ζουμπούλι: υάκινθος.
Καβγάς: φιλονικία.
Καβούκι: καύκαλο.
Καβουρδίζω: φρυγανίζω, ξεροψήνω.
Καζάνι: λέβητας.
Καΐκι: βάρκα.
Καλέμι: γραφίδα.
Καλούπι: μήτρα, πρότυπο.
Κάλπικος: κίβδηλος.
Καπάκι: σκέπασμα, κάλυμμα.
Καραούλι: φρουρά, σκοπιά.
Καρπούζι: υδροπέπων.
Κασμάς: αξίνα, σκαπάνη.
Κατσίκα: ερίφι, γίδα.
Καφάσι: κιβώτιο.
Κελεπούρι: ανέλπιστο εύρημα.
Κέφι: ευδιαθεσία.
Κιμάς: ψιλοκομμένο κρέας.
Κιόσκι: περίπτερο.
Κολάι: ευκολία, άνεση.
Κολαούζος: οδηγός.
Κόπιτσα: πόρπη.
Κοτζάμ: τεράστιος, πελώριος.
Κοτσάνι: μίσχος.
Κότσι: αστράγαλος.
Κουβαρντάς: γενναιόδωρος, ανοιχτοχέρης.
Κουβάς: κάδος, αγγείο.
Κουμπαράς: δοχείο χρημάτων.
Κουσούρι: ελάττωμα, μειονέκτημα.
Κουτουρού: ασύνετα, απερίσκεπτα.
Λαγούμι: υπόνομος, οχετός.
Λαπάς: χυλός.
Λεβέντης: ανδρείος, ευσταλής.
Λεκές: κηλίδα.
Λελέκι: πελαργός.
Λούκι: υδροσωλήνας.
Μαγιά: προζύμη, ζυθοζύμη.
Μαγκάλι: πύραυνο.
Μαγκούφης: έρημος.
Μαϊντανός: πετροσέλινο, μακεδονίσι.
Μαντζούνι: φάρμακο.
Μαούνα: φορτηγίδα.
Μανάβης: οπωροπώλης.
Μαράζι: φθίση.
Μαραφέτι: μικρό εργαλείο.
Μασούρι: μικρό ξύλο.
Μαχαλάς: συνοικία.
Μεζές: ορεκτικά.
Μελτέμι: ετησίας άνεμος.
Μενεξές: εύοσμο λουλούδι.
Μεντεσές: στρόφιγγα.
Μεράκι: πόθος.
Μερεμέτι: επισκευή, επιδιόρθωση.
Μουσαμάς: κερωμένο, αδιάβροχο ύφασμα.
Μουσαφίρης: φιλοξενούμενος, επισκέπτης.
Μπαγιάτικο: μη νωπό.
Μπαγλαρώνω: δένω, φυλακίζω.
Μπαϊράκι: σημαία.
Μπακάλης: παντοπώλης.
Μπαλτάς: πελέκι.
Μπάμια: ιβίσκος ο εδώδιμος.
Μπαμπάς: πατέρας.
Μπάμπαλης: ο πολύ γέρος.
Μπαξές: περιβόλι, κήπος.
Μπαρούτι: πυρίτιδα.
Μπατζάκι: κνήμη, σκέλη.
Μπατζανάκης: σύγαμπρος, συννυφάδα.
Μπατίρισα: πτωχεύω, χρεοκοπώ.
Μπαχαρικό: αρωματικό άρτυμα.
Μπεκρής: μέθυσος.
Μπελάς: ενόχληση.
Μπινές: κίναιδος, ασελγής.
Μπογιά: βαφή, χρώμα.
Μπογιατζής: ελαιοχρωματιστής.
Μπόι: ανάστημα, ύψος.
Μπόλικος: άφθονος.
Μπόσικος: χαλαρός.
Μποστάνι: λαχανόκηπος.
Μπούζι: πάγος, ψύχρα.
Μπουλούκι: στίφος, άτακτο πλήθος.
Μπουλούκος: καλοθρεμμένος, παχουλός.
Μπουνταλάς: κουτός, ανόητος.
Μπουντρούμι: φυλακή.
Μπουρί: καπνοσωλήνας.
Μπούτι: μηρός.
Μπούχτισμα: κορεσμός.
Νάζι: κάμωμα, φιλαρέσκεια.
Νταβαντούρι: σύγχυση.
Νταμάρι: φλέβα, λατομείο.
Νταμπλάς: αποπληξία.
Νταντά: παραμάνα, τροφός.
Αλισβερίσι: συναλλαγή, αγοραπωλησία.
Ντελάλης: διαλαλητής.
Ντελής: παράφρονας.
Ντέρτι: καημός.
Ντιβάνι: κρεβάτι.
Ντιπ για ντιπ: ολωσδιόλου.
Ντουβάρι: τοίχος.
Ντουλάπι: ιματιοθήκη.
Ντουμάνι: καταχνιά, καπνός.
Ντουνιάς: κόσμος, ανθρωπότητα.
Παζάρι: αγορά, διαπραγμάτευση.
Παντζάρι: κοκκινογούλι, τεύτλο.
Πατζούρι: παραθυρόφυλλο.
Παπούτσι: υπόδημα.
Περβάζι: πλαίσιο θυρών.
Πιλάφι: ρύζι.
Πούστης: κίναιδος, ασελγής.
Ραχάτι: ησυχία.
Ρουσφέτι: χαριστική εξυπηρέτηση.
Σακάτης: ανάπηρος.
Σαματάς: θόρυβος.
Σεντούκι: κιβώτιο.
Σέρτικο: τσουχτερό, βαρύ.
Σινάφι: συντεχνία, κοινωνική τάξη.
Σιντριβάνι: πίδακας.
Σιρόπι: πυκνόρρευστο διάλυμα ζάχαρης.
Σαΐνι: ευφυής.
Σοβάς: ασβεστοκονίαμα.
Σόι: καταγωγή, γένος.
Σοκάκι: δρόμος.
Σόμπα: θερμάστρα.
Σουγιάς: μαχαιράκι.
Σουλούπι: μορφή, σχήμα.
Ταβάνι: οροφή.
Ταμπλάς: αποπληξία, συγκοπή.
Ταραμάς: αυγοτάραχο.
Τασάκι: σταχτοδοχείο.
Ταχίνι: αλεσμένο σουσάμι.
Ταψί: μαγειρικό σκεύος.
Τεκές: καταγώγιο.
Τεμπέλης: οκνηρός, ακαμάτης.
Τενεκές: δοχείο.
Τερτίπι: τέχνασμα, απάτη.
Τεφαρίκι: εκλεκτό, αριστούργημα.
Τεφτέρι: κατάστιχο.
Τζάκι: παραγώνι.
Τζάμι: υαλοπίνακας, γυαλί.
Τζάμπα: δωρεάν.
Τζαναμπέτης: κακότροπος, δύστροπος.
Τόπι: σφαίρα.
Τουλούμι: ασκός.
Τουλούμπα: αντλία.
Τουμπεκί: σιωπή.
Τράμπα: ανταλλαγή.
Τσαΐρι: λιβάδι, βοσκοτόπι.
Τσακάλι: θώς.
Τσακίρης: γαλανομάτης.
Τσακμάκι: αναπτήρας.
Τσάντα: δερμάτινη θήκη.
Τσαντίρι: σκηνή.
Τσαπατσούλης: ανοικοκύρευτος, άτσαλος.
Τσάρκα: επιδρομή, περιπλάνηση.
Τσαντίζω: εξοργίζω, προσβάλλω.
Τσαχπίνης: κατεργάρης, πονηρός.
Τσέπη: θυλάκιο.
Τσιγκέλι: αρπάγη, σιδερένιο άγκιστρο.
Τσιγκούνης: φιλάργυρος.
Τσιμπούκι: καπνοσύριγγα.
Τσιράκι: ακόλουθος.
Τσίσα: ούρα.
Τσιφλίκι: μεγάλη αγροτική ιδιοκτησία.
Τσιφούτης: φιλάργυρος.
Τσομπάνης: βοσκός, ποιμένας.
Τσουβάλι: σακί.
Τσουλούφι: δέσμη μαλλιών.
Τσογλάνι: νέος.
Τσουρέκι: είδος γλυκού ψωμιού.
Φαράσι: φτυάρι, σκουπιδολόγος.
Φαρσί: τέλεια, άπταιστα.
Φιντάνι: φυτώριο.
Φιστίκι: πιστάκη.
Φιτίλι: θρυαλλίδα.
Φλιτζάνι: κύπελλο.
Φουκαράς: κακομοίρης, άθλιος.
Φουντούκι: λεπτοκάρυο, λεφτόκαρο.
Φραντζόλα: ψωμί.
Χαβάς: μουσικός σκοπός.
Χαβούζα: δεξαμενή νερού.
Χάζι: ευχαρίστηση.
Χαλαλίζω: συγχωρώ.
Χάλι: άθλιο.
Χαλί: τάπητας.
Χαλκάς: κρίκος.
Χαμάλης: αχθοφόρος.
Χαμπάρια: αγγελία, νέα.
Χάνι: πανδοχείο.
Χάπι: καταπότι.
Χαράμι: άδικα.
Χαρμάνης: χασισοπότης.
Χαρτζιλίκι: μικρό χρηματικό ποσό.
Χασάπικο: κρεοπωλείο.
Χατίρι: χάρη.
Χαφιές: καταδότης.
Χουζούρεμα: ανάπαυση.
Χούι: ιδιοτροπία.
Χουνέρι: πάθημα, εξαπάτηση.
Μια σημαντική διευκρίνιση: Στην αρχική καταγραφή υπάρχουν ορισμένες επισημάνσεις για λέξεις που δεν θεωρούνται τελικά τουρκικής προέλευσης ή εμφανίζονται διπλά.
Για παράδειγμα, το «νταραβέρι» αποδίδεται στην ιταλική έκφραση dare e avere, ενώ ως τουρκικής προέλευσης αντίστοιχο αναφέρεται το «αλισβερίσι».
Επίσης, στη θέση του «τσίφτη» προτείνεται το «τσιφλίκι» και στη θέση της δεύτερης αναφοράς στο «τσομπάνης» η λέξη «τσουρέκι».
Η παρουσία τόσων λέξεων τουρκικής προέλευσης στη νεοελληνική αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι γλώσσες επηρεάζονται μεταξύ τους μέσα στους αιώνες. Πολλοί από αυτούς τους όρους έχουν πλέον ενσωματωθεί τόσο φυσικά στην καθημερινή ομιλία, ώστε η ξένη καταγωγή τους περνά σχεδόν απαρατήρητη.