Τι σημαίνει η λέξη «λάρναξ»
Η λέξη «λάρναξ» προέρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα και χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει διαφορετικά είδη δοχείων ή κατασκευών, ανάλογα με τη χρήση τους.
Ειδικότερα, η λέξη είχε τις εξής σημασίες:
Κιβώτιο ή μπαούλο: Ένα κουτί ή κιβώτιο στο οποίο φυλάσσονταν αντικείμενα και είδη του σπιτιού.
Θήκη για οστά ή τέφρα: Ένα δοχείο που χρησιμοποιούνταν ως οστεοθήκη ή τεφροδόχος, γνωστό και ως λάρνακα.
Λίκνο για βρέφη: Μια κατασκευή στην οποία τοποθετούνταν τα νεογέννητα παιδιά.