Οι περίοδοι που εντοπίστηκαν είναι οι εξής:
Πριν από 200 έως 190 εκατομμύρια χρόνια.
Πριν από 150 έως 140 εκατομμύρια χρόνια.
Πριν από 100 έως 90 εκατομμύρια χρόνια.
Πριν από 30 έως 20 εκατομμύρια χρόνια.
Τα ισχυρότερα στοιχεία προέρχονται από τις περιόδους πριν από 150 έως 140 εκατομμύρια χρόνια και πριν από 100 έως 90 εκατομμύρια χρόνια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δεύτερη, η οποία τοποθετείται στη Μέση Κρητιδική περίοδο, όταν στη Γη ζούσαν δεινόσαυροι όπως ο Σπινόσαυρος και ο Αργεντινόσαυρος.
Αφού έλαβαν υπόψη τις επιδράσεις των κλιματικών μεταβολών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η στάθμη της θάλασσας είχε αυξηθεί στις περιοχές γύρω από τη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη. Αντίθετα, είχε υποχωρήσει σε περιοχές κοντά στη Νότια Αμερική, τη νότια Αφρική και την ανατολική Ασία.
Η γεωγραφική αυτή κατανομή συμφωνεί με την υπόθεση μιας αριστερόστροφης μετατόπισης γύρω από άξονα που περνά από σημείο του ισημερινού, στις 53 μοίρες ανατολικού μήκους.
Η συγκεκριμένη κατεύθυνση βρίσκεται κοντά σε προηγούμενες εκτιμήσεις που είχαν προκύψει από τη μελέτη των μετακινήσεων των ηπείρων. Παρότι οι χρονολογήσεις των διαφορετικών δεδομένων δεν συμπίπτουν απόλυτα, οι επιστήμονες θεωρούν ότι οι αβεβαιότητες επιτρέπουν τη συσχέτισή τους.
Τι συνέβη την εποχή των δεινοσαύρων
Ένα ακόμη ισχυρό αποτύπωμα εντοπίστηκε πριν από 150 έως 140 εκατομμύρια χρόνια, κατά το Ύστερο Ιουρασικό και τη μετάβαση στην Πρώιμη Κρητιδική περίοδο. Τότε ζούσαν στη Γη δεινόσαυροι όπως ο Στεγόσαυρος και ο Διπλόδοκος.
Σε αυτή την περίπτωση, οι μεταβολές της στάθμης των θαλασσών εμφάνιζαν ένα μοτίβο περίπου αντίθετο από εκείνο που καταγράφηκε στη Μέση Κρητιδική. Στο παλαιότερο αυτό μοτίβο, τμήματα της Ανταρκτικής παρουσίαζαν τον ρόλο που είχε η νότια Αφρική στο νεότερο χρονικό διάστημα.
Τα δεδομένα ήταν συμβατά με δεξιόστροφη μετατόπιση γύρω από άξονα που περνά από σημείο του ισημερινού στις 58 μοίρες ανατολικού μήκους.
Οι δύο αυτές περίοδοι αποτελούν τα ισχυρότερα ευρήματα της μελέτης και παρέχουν ενδείξεις για παρατεταμένα διαστήματα κατά τα οποία ο αναπροσανατολισμός της Γης ενδέχεται να ήταν ταχύτερος από ό,τι θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
Τα στοιχεία για τις άλλες δύο περιόδους, πριν από 200 έως 190 εκατομμύρια χρόνια και πριν από 30 έως 20 εκατομμύρια χρόνια, είναι λιγότερο σαφή, παρότι παρουσιάζουν στατιστικά σημαντικές ενδείξεις.
Για την παλαιότερη περίοδο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι μέρος των γεωλογικών στοιχείων μπορεί να έχει χαθεί εξαιτίας μεταγενέστερων γεωλογικών διεργασιών. Στην πιο πρόσφατη περίοδο, από την άλλη πλευρά, ο ρυθμός μετατόπισης ενδέχεται να ήταν σχετικά μικρός, κάτι που θα μπορούσε να εξηγήσει το ασθενέστερο αποτύπωμα στα δεδομένα.
Πώς μπορεί να επηρεάστηκαν το κλίμα και το μαγνητικό πεδίο
Οι συνέπειες της πραγματικής μετατόπισης των πόλων δεν περιορίζονται στις αλλαγές της στάθμης των θαλασσών. Όταν ο στερεός πλανήτης αλλάζει προσανατολισμό σε σχέση με τον άξονα περιστροφής του, περιοχές της επιφάνειάς του μπορούν να βρεθούν σε διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη και, κατ' επέκταση, σε διαφορετικές κλιματικές ζώνες.
Αυτή η μεταβολή ενδέχεται να επηρέασε τις θερμοκρασίες, τις περιβαλλοντικές συνθήκες και την εξέλιξη των οικοσυστημάτων σε διάφορες περιόδους της γεωλογικής ιστορίας. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να αποσαφηνιστεί ο βαθμός στον οποίο οι μετατοπίσεις αυτές συνδέονται με συγκεκριμένες κλιματικές αλλαγές.
Οι επιστήμονες εξετάζουν επίσης πιθανές σχέσεις με τη γεωμετρία του γήινου μαγνητικού πεδίου. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η πραγματική μετατόπιση των πόλων προκαλεί αυτομάτως αντιστροφή της μαγνητικής πολικότητας. Πρόκειται για διαφορετικά φαινόμενα, τα οποία πρέπει να μελετώνται ξεχωριστά.
Μέχρι σήμερα, οι ανασυνθέσεις των αρχαίων μετατοπίσεων βασίζονταν κυρίως στη μελέτη της μαγνήτισης των πετρωμάτων. Ωστόσο, τα αποτελέσματα από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές δεν συμφωνούν πάντα μεταξύ τους. Ορισμένες παλαιομαγνητικές μελέτες είχαν υποδείξει πολύ γρήγορους ρυθμούς μετατόπισης, ενώ άλλες είχαν καταλήξει σε πιο συγκρατημένες εκτιμήσεις.
Η νέα προσέγγιση προσφέρει έναν ανεξάρτητο τρόπο ελέγχου αυτών των υποθέσεων. Ορισμένες από τις περιόδους που εντοπίστηκαν συμφωνούν με προηγούμενες εκτιμήσεις, ενώ άλλες παρουσιάζουν αποκλίσεις.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη πως η πραγματική μετατόπιση των πόλων δεν είναι πάντοτε μια αμελητέα ή εξαιρετικά αργή διαδικασία. Αντίθετα, μπορεί σε συγκεκριμένες περιόδους να επηρεάζει σημαντικά τη γεωγραφική κατανομή των ωκεάνιων υδάτων και ενδεχομένως ευρύτερες περιβαλλοντικές διεργασίες.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την ιστορία της Γης
Η μελέτη καλύπτει τα τελευταία 320 εκατομμύρια χρόνια, ένα σχετικά μικρό τμήμα της συνολικής ιστορίας της Γης, η οποία υπολογίζεται σε περίπου 4,54 δισεκατομμύρια χρόνια.
Για το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ιστορίας, τα διαθέσιμα γεωλογικά στοιχεία δεν επαρκούν ώστε να πραγματοποιηθούν αντίστοιχες ανασυνθέσεις με την ίδια μέθοδο. Επομένως, το γεγονός ότι εντοπίστηκαν τέσσερις περίοδοι δεν σημαίνει ότι η Γη άλλαξε προσανατολισμό μόνο τέσσερις φορές.
Αυτό που δείχνουν τα αποτελέσματα είναι ότι, μέσα στο χρονικό διάστημα που εξετάστηκε, υπάρχουν τέσσερις περίοδοι με ιδιαίτερα σημαντικές ενδείξεις ταχύτερης μετατόπισης.
Η έρευνα προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην προσπάθεια των επιστημόνων να κατανοήσουν πώς οι εσωτερικές διεργασίες του πλανήτη, οι κινήσεις των ηπείρων και οι αλλαγές στη στάθμη των θαλασσών συνδέονται μεταξύ τους. Παράλληλα, ανοίγει τον δρόμο για νέες μελέτες σχετικά με τον πιθανό ρόλο της πραγματικής μετατόπισης των πόλων στη διαμόρφωση του κλίματος και των οικοσυστημάτων κατά το μακρινό παρελθόν.