Στην αφαίρεση του Επταπυργίου Θεσσαλονίκης (Γεντί Κουλέ) από τη λίστα των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ) που δύνανται να παραχωρούνται για τη διοργάνωση ιδιωτικών ή γαστρονομικών εκδηλώσεων προχώρησε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ).
Η σχετική τροποποιητική απόφαση φέρει την υπογραφή της Υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, ικανοποιώντας ένα καθολικό αίτημα της τοπικής κοινωνίας, θεσμικών φορέων και επιστημονικών συλλόγων.
Το χρονικό των αντιδράσεων και η θεσμική παρέμβαση
Η αρχική υπαγωγή του μνημείου στο πρόγραμμα αξιοποίησης χώρων για την προώθηση της τοπικής γαστρονομίας είχες προκαλέσει κύμα έντονων διαμαρτυριών.
Ανάμεσα στους φορείς που εναντιώθηκαν σθεναρά στην προοπτική αυτή συγκαταλέγονται:
- Ο Σύλλογος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών (ΣΦΕΑ) 1967-1974: Υπογραμμίζοντας τον χαρακτήρα του χώρου ως τόπου μαρτυρίου.
- Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων: Εστιάζοντας στην ανάγκη προστασίας της φυσιογνωμίας των ιστορικών μνημείων.
- Ο Δήμος Θεσσαλονίκης: Με άμεση και καταλυτική παρέμβαση του Δημάρχου, Στέλιου Αγγελούδη.
- Πάνω από 300 ακαδημαϊκοί με επίσημη ανακοίνωσή τους.
Η επιστολή Αγγελούδη και το ιστορικό βάρος του μνημείου
Καθοριστικό ρόλο στην αναθεώρηση της απόφασης διαδραμάτισε η επίσημη επιστολή που απέστειλε ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Στέλιος Αγγελούδης, προς την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης.
Ο Δήμαρχος ανέδειξε ότι το φρουριακό συγκρότημα του Γεντί Κουλέ υπερβαίνει τα όρια ενός απλού αρχιτεκτονικού μνημείου της βυζαντινής και οθωμανικής περιόδου, φέροντας ισχυρό συμβολικό και ιστορικό φορτίο. Η πολυετής λειτουργία του ως χώρου φυλακής και εγκλεισμού το έχει συνδέσει αδιάρρηκτα με γεγονότα, πρόσωπα και μνήμες που συγκροτούν τη συλλογική ιστορική μνήμη της πόλης και ολόκληρης της χώρας.