Η ψυχική υγεία των νέων, οι σύγχρονες μορφές εξάρτησης και η συστηματική αποδόμηση των δημόσιων δομών περίθαλψης βρίσκονται στο επίκεντρο μιας βαθιάς κοινωνικής κρίσης που συχνά αποσιωπάται από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη στο alfavita.gr, η Κατερίνα Μάτσα, μια προσωπικότητα που έχει αφιερώσει τη ζωή και την επιστημονική της πορεία στην ψυχική υγεία και στην αντιμετώπιση των εξαρτήσεων, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.
Με λόγο αιχμηρό, επιστημονικά θεμελιωμένο και βαθιά ανθρώπινο, ξεγυμνώνει τις παθογένειες μιας κοινωνίας που παράγει αποκλεισμούς, ενώ αναλύει πώς το ελληνικό σχολείο έχει μετατραπεί σε έναν αμείλικτο ψυχοπιεστικό μηχανισμό.
Παράλληλα, αναδεικνύει τις νέες, «αόρατες» εξαρτήσεις που εγκλωβίζουν τη νεολαία, καταγγέλλει τη βαρβαρότητα της ψυχιατρικής καταστολής και αποδομεί τον πρόσφατο νόμο Βαρτζόπουλου ως μια νεοφιλελεύθερη πολιτική που αντιμετωπίζει τους ευάλωτους ανθρώπους ως «περιττούς πληθυσμούς».
Το σχολείο ως ψυχοπιεστής και η «κόκκινη» Κοινωνιολογία
Η εκπαιδευτική διαδικασία στη χώρα μας φαίνεται να έχει χάσει προ πολλού τον παιδαγωγικό και ανθρωποκεντρικό της προσανατολισμό, λειτουργώντας πλέον ως ένας στυγνός, ανταγωνιστικός μηχανισμός. Σύμφωνα με την κ. Μάτσα, το ελληνικό σχολείο σήμερα όχι μόνο δεν φροντίζει την ψυχική ανάπτυξη των παιδιών, αλλά αντιθέτως λειτουργεί ως ένας έντονος «ψυχοπιεστικός παράγοντας». Σε μια εξαιρετικά κρίσιμη και εύθραυστη ηλικία όπως η εφηβεία, οι μαθητές καλούνται να επιβιώσουν σε ένα άκρως στρεσογόνο περιβάλλον, τόσο μέσα στην κοινωνία όσο και στην ίδια τους την οικογένεια.
Το σχολείο, αντί να αποτελεί καταφύγιο και χώρο κοινωνικοποίησης, έρχεται να εντείνει αυτή την πίεση, δίνοντας σχεδόν αποκλειστική έμφαση στις επιδόσεις, τους βαθμούς, τις εξετάσεις και τον αδυσώπητο ανταγωνισμό.
«Τα παιδιά μας πνίγονται»
«Πνίγονται τα παιδιά», τονίζει χαρακτηριστικά η κ. Μάτσα, περιγράφοντας μια γενιά μαθητών που μιλά ανοιχτά για άγχος, εξουθένωση και διαρκή πίεση. Η εκπαιδευτική διαδικασία έχει μετατραπεί σε μια αέναη δοκιμασία, όπου το ζητούμενο είναι η αριστεία με κάθε κόστος – ένα κόστος που τελικά πληρώνει ψυχολογικά τόσο το παιδί όσο και η οικογένειά του
Στο πλαίσιο αυτό, η κ. Μάτσα προβαίνει σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση. Ερωτηθείσα ποιο μάθημα θα πρόσθετε στο ελληνικό σχολείο αν είχε τη δυνατότητα, απάντησε χωρίς δισταγμό:
«Θα πρόσθετα την κοινωνιολογία που την καταργήσανε με πολύ ανόητο τρόπο, με πολύ ανόητη ερμηνεία ότι κάνει τα παιδιά να στρέφονται στο μαρξισμό».
Χαρακτηρίζει την απόφαση αυτή «ανόητη», υπογραμμίζοντας ότι η απουσία κοινωνικής παιδείας στερεί από τους νέους τα απαραίτητα εργαλεία για να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν κριτικά τον κόσμο γύρω τους. Η έλλειψη αυτής της γνώσης αφήνει τους εφήβους απροστάτευτους απέναντι στις κοινωνικές πιέσεις, ένα έλλειμμα που η κοινωνία μας συνεχίζει να πληρώνει ακριβά.
«Παίξε, παίξε, παίξε»: Όταν το κράτος γίνεται ο επίσημος ντίλερ της εξάρτησης
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον, οι έφηβοι και οι νέοι, βιώνοντας βαθιά μοναξιά, ανασφάλεια και απελπισία, αναζητούν απεγνωσμένα διέξοδο. Πέρα από τις παραδοσιακές ουσίες, οι σύγχρονες μορφές εξάρτησης έχουν πάρει μια εξαιρετικά ανησυχητική, «ψηφιακή» τροπ. Η κ. Μάτσα εκφράζει την έντονη ανησυχία της για την έκρηξη του διαδικτυακού τζόγου, μια εξάρτηση που προωθείται και νομιμοποιείται ενεργά από την ίδια την πολιτεία.
«Ο τζόγος προωθείται, όχι απλώς προβάλλεται, προωθείται από το κράτος. Σε καλεί με μηνύματα: 'Παίξε, παίξε, παίξε'»α
Αυτή η μορφή εξάρτησης είναι ιδιαίτερα ύπουλη, καθώς είναι «κρυφή» και συντελείται μέσα στην υποτιθέμενη ασφάλεια του παιδικού δωματίου. Οι γονείς συχνά επαναπαύονται, θεωρώντας ότι το παιδί τους είναι ασφαλές επειδή «δεν ξενυχτάει έξω» και «δεν έχει κακές παρέες». Ωστόσο, η πραγματικότητα τους προσγειώνει απότομα όταν, μετά από χρόνια, ανακαλύπτουν ότι το παιδί είναι εθισμένο και η οικογένεια χρωστάει τεράστια χρηματικά ποσά. Η κρατική προώθηση του τζόγου αποτελεί, για την κ. Μάτσα, το αποκορύφωμα της κοινωνικής υποκρισίας .
Η «άλγεβρα της ανάγκης» και η κόλαση της πολυτοξικομανίας
Η κ. Μάτσα περιγράφει μια ριζική μεταβολή στο τοπίο των ναρκωτικών . Σήμερα κυριαρχεί το φαινόμενο της πολυτοξικομανίας ή πολυχρήσης. Τα παιδιά δεν επιλέγουν πλέον μία συγκεκριμένη ουσία με βάση τις ιδιότητές της, αλλά κάνουν ταυτόχρονη χρήση πολλών διαφορετικών ουσιών. Ο στόχος τους δεν είναι η ηδονή, αλλά «να γεμίσουν το κεφάλι τους», να μη σκέφτονται και να μην αισθάνονται τη σκληρή πραγματικότητα. Αισθάνονται ξένα στο σημερινό περιβάλλον και αναζητούν ένα ψευδές καταφύγιο.
Ωστόσο, η μετάβαση από το καταφύγιο στην κόλαση είναι ακαριαία. Η αρχική ψευδαίσθηση ευεξίας διαλύεται γρήγορα και η χρήση μετατρέπεται σε αρρώστια, σε αυτό που οι γνώστες της απεξάρτησης αποκαλούν «άλγεβρα της ανάγκης».
«Παίρνεις την ουσία σου γιατί την έχεις ανάγκη σαν καταναγκασμό. Όχι γιατί ψάχνεις την ηδονή», εξηγεί η κ. Μάτσα. Σε αυτό το στάδιο, ο άνθρωπος παύει να ορίζει τον εαυτό του. Ορίζεται και υποδουλώνεται πλήρως από το αντικείμενο της εξάρτησής του, είτε αυτό είναι οι ουσίες, είτε το διαδίκτυο, είτε ο τζόγος.
Δεμένοι μέχρι τη Δευτέρα: Η μεσαιωνική φρίκη των μηχανικών καθηλώσεων
Ίσως το πιο συγκλονιστικό και σκοτεινό σημείο της συνέντευξης της Κατερίνας Μάτσα αφορά την κατάσταση που επικρατεί στα δημόσια ψυχιατρεία και τη βαρβαρότητα των θεραπευτικών μεθόδων που εφαρμόζονται. Η έλλειψη δομών και προσωπικού οδηγεί σε μεσαιωνικές πρακτικές που παραβιάζουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
Η κ. Μάτσα εξηγεί ότι λόγω της δραματικής έλλειψης παιδοψυχιατρικών δομών, αν ένας έφηβος 15, 16 ή 17 ετών χρειαστεί νοσηλεία, οδηγείται αναγκαστικά στα υπερπλήρη ψυχιατρεία ενηλίκων, όπως το Δαφνί ή το Δρομοκαΐτειο. Εκεί, η τραγική έλλειψη προσωπικού αντιμετωπίζεται με την καταστολή και τις μηχανικές καθηλώσεις.
Όταν της ζητήθηκε να αποσαφηνίσει τι σημαίνει «μηχανική καθήλωση», η απάντησή της ήταν σοκαριστική: «Απλά το δέσιμο. Το να δεθεί ο ασθενής στο κρεβάτι του και να παραμείνει δεμένος. Για ώρες, για μέρες. Αν η εισαγωγή γίνει την Παρασκευή, θα μείνει δεμένος μέχρι τη Δευτέρα που θα έρθουν οι γιατροί της κλινικής και ίσως τον λύσουν».
Η κ. Μάτσα χαρακτηρίζει τη μηχανική καθήλωση ως καθαρή «βαρβαρότητα» και «βασανιστήριο», τονίζοντας ότι η Ελλάδα έχει καταδικαστεί επανειλημμένα από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη χρήση αυτών των πρακτικών. Αναφέρει μάλιστα το πρόσφατο, ανατριχιαστικό παράδειγμα μιας 17χρονης κοπέλας με αυτοκτονικές τάσεις που νοσηλεύτηκε στο Δαφνί και καθυλώθηκε μηχανικά (δέθηκε στο κρεβάτι) ως «θεραπευτική αντιμετώπιση».
Αυτή η απάνθρωπη κατάσταση συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι πρώτη στην Ευρώπη στις εισαγγελικές εντολές για αναγκαστική νοσηλεία. Το ποσοστό των αναγκαστικών εισαγωγών στα ελληνικά ψυχιατρεία ξεπερνά το 60%, την ώρα που στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν υπερβαίνει το 10% στη χειρότερη περίπτωση.
«Για ποια ψυχιατρική μεταρρύθμιση μιλάμε;» διερωτάται με πικρία, καταγγέλλοντας ότι στα ψυχιατρεία δεν διορίζεται προσωπικό και η «θεραπεία» εξαντλείται στη βαριά χορήγηση φαρμάκων.
Ο νεοφιλελευθερισμός των «περιττών πληθυσμών» και το χτύπημα του νόμου Βαρτζόπουλου
Η συστηματική υποβάθμιση του δημοσίου συστήματος υγείας δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή. Η κ. Μάτσα στρέφει τα βέλη της ενάντια στον νόμο 5129 (γνωστό ως νόμο Βαρτζόπουλου), ο οποίος ψηφίστηκε την 1η Αυγούστου 2024 .
Ο νόμος αυτός, σύμφωνα με την ίδια, ιδιωτικοποίησε και ομογενοποίησε όλα τα δημόσια προγράμματα απεξάρτησης, καταργώντας τη φιλοσοφία και την ιστορική ταυτότητα του καθενός. Παράλληλα, αφαίρεσε την ψυχική υγεία από το ΕΣΥ και την ενέταξε στο Εθνικό Δίκτυο Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας (ΕΔΥΨΥ), ένα σύστημα που συνενώνει δημόσιες και ιδιωτικές δομές, ανοίγοντας διάπλατα τον δρόμο για την επιχειρηματική δράση και τα κέρδη των φαρμακευτικών εταιρειών.
Η κ. Μάτσα προβαίνει σε μια βαθιά ιδεολογική και πολιτική ανάλυση αυτής της μεταρρύθμισης, συνδέοντάς τη με τη θεωρία των «περιττών πληθυσμών» .
«Για τους ναζί υπήρχαν περιττοί πληθυσμοί τους οποίους και εξόντωσαν», υπενθυμίζει με δραματικό τόνο. Στο πλαίσιο του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού, οι εξαρτημένοι και οι ψυχικά ασθενείς αντιμετωπίζονται ως «περιττοί» επειδή «κοστίζουν αλλά δεν παράγουν, και άρα η κοινωνία δεν τους χρειάζεται».
Αυτή η ιδεολογία εκφράζεται μέσα από την πολιτική της «μείωσης της βλάβης» (harm reduction), η οποία αντιμετωπίζει τον εξαρτημένο ως έναν χρόνιο, ανίατο ασθενή που δεν έχει ελπίδα θεραπείας. Αντί για την πλήρη απεξάρτηση και την κοινωνική επανένταξη, το κράτος επιλέγει τη συντήρηση της εξάρτησης μέσω υποκαταστάτων.
Με τον τρόπο αυτό, οι άνθρωποι κρατούνται στο περιθώριο, «στην πιάτσα», κοινωνικά αποκλεισμένοι και ελεγχόμενοι. Με βάση τον ορισμό του Μισέλ Φουκό, οι «μη κανονικοί», όσοι δηλαδή ξεφεύγουν από τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα, ωθούνται συστηματικά στην κοινωνική εξόντωση.
Τα «θαύματα» γίνονται στον δρόμο: Η θεραπεία ως συλλογικός αγώνας
Παρά τη ζοφερή πραγματικότητα, η Κατερίνα Μάτσα αρνείται κατηγορηματικά να παραδοθεί στην απελπισία και τη μοιρολατρία. Μέσα από την πολύχρονη εμπειρία της, στέλνει ένα ηχηρό και συγκινητικό μήνυμα ελπίδας: οι άνθρωποι γίνονται καλά.
«Έχω δει θαύματα, οι άνθρωποι μεταμορφώνονται μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία και την ένταξή τους στην κοινότητα», καταθέτει με ακλόνητη πίστη στη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής. Η θεραπεία δεν είναι μια παθητική, ιατροκεντρική διαδικασία, αλλά ένας συλλογικός αγώνας. Η σωτηρία βρίσκεται στην έξοδο από τη μοναξιά, στη δημιουργία ουσιαστικών ανθρώπινων σχέσεων και στην κοινή δράση.»
Οι θεραπευόμενοι και οι απόφοιτοι των προγραμμάτων απεξάρτησης, όπως του ιστορικού «18 ΑΝΩ», αποδεικνύουν αυτή τη δύναμη καθημερινά στην πράξη.
Όπως αναφέρει η ιδια «δεν ιδιωτεύουν, αλλά συμμετέχουν ενεργά στους κοινωνικούς αγώνες: από τις μεγάλες διαδηλώσεις για το έγκλημα των Τεμπών και τις κινητοποιήσεις ενάντια στον νόμο Βαρτζόπουλου, μέχρι την έμπρακτη συμπαράσταση στους πρόσφυγες και τη στήριξη των κοινωνικών ιατρείων.»
Αυτή η βαθιά αλλαγή του ανθρώπου –από παραιτημένος χρήστης, κλεισμένος στον μικρόκοσμό του, σε ενεργό πολίτη που αγωνίζεται για το κοινωνικό σύνολο και πιστεύει στις αξίες της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς– είναι που δίνει ελπίδα.
Η εμπειρία της Κατερίνας Μάτσα μας υπενθυμίζει ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται συλλογικά, υπάρχει και η δυνατότητα να ονειρευόμαστε και να δημιουργήσουμε έναν καλύτερο, πιο ανθρώπινο κόσμο.