Σε ένα απαγορευτικό είδος πολυτελείας έχουν μετατραπεί οι οικογενειακές θερινές διακοπές για τη συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών, καθώς το παραδοσιακό δεκαπενθήμερο του Αυγούστου αποτελεί πλέον μακρινή ανάμνηση. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μια σύντομη απόδραση 5 ημερών (4 διανυκτερεύσεων) για μια τετραμελή οικογένεια σε δημοφιλή νησιωτικό προορισμό απαιτεί πλέον έναν προϋπολογισμό που κυμαίνεται από 2.000 έως 2.700 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 2 έως 3 καθαρούς κατώτατους μισθούς.
Η οικονομική αυτή επιβάρυνση διαμορφώνεται από τα υπέρογκα ακτοπλοϊκά εισιτήρια (650€–850€ μαζί με το όχημα), το υψηλό κόστος διαμονής (600€–900€ για ένα τυπικό κατάλυμα), καθώς και τις αυξημένες τιμές στην εστίαση και τις μετακινήσεις, καθιστώντας τα νησιά πρακτικά προσβάσιμα μόνο σε υψηλά εισοδήματα.
Αυτή η εκρηκτική αύξηση του κόστους έχει επιφέρει βίαιη αλλαγή στις ταξιδιωτικές συνήθειες των Ελλήνων, επαναχαράσσοντας τον εγχώριο τουριστικό χάρτη. Η πλειοψηφία των πολιτών καταφεύγει πλέον σε «χειρουργικές» εξορμήσεις 3-4 ημερών, επιλέγει οδικώς προσβάσιμους προορισμούς στην ηπειρωτική Ελλάδα για την αποφυγή των ακτοπλοϊκών ναύλων, ή περιορίζεται στη φιλοξενία σε πατρικά σπίτια και την παραμονή στα αστικά κέντρα (staycation).
Όπως επισημαίνεται, το πρόβλημα λαμβάνει δομικές διαστάσεις, καθώς η εγχώρια τουριστική αγορά τιμολογεί με βάση την αγοραστική δύναμη των αλλοδαπών επισκεπτών, αποκλείοντας την ίδια την εγχώρια κοινωνία και θέτοντας σοβαρά ερωτήματα για τη βιωσιμότητα ενός μοντέλου που παράγει ρεκόρ εσόδων αλλά καθιστά τον Έλληνα «ξένο στην ίδια του τη χώρα».