Στα επίπεδα του Ιουλίου του 2011 έχουν επιστρέψει οι καταθέσεις των ελληνικών νοικοκυριών, διαμορφούμενες στα 156 δισεκατομμύρια ευρώ και καταγράφοντας σημαντική ανάκαμψη από το χαμηλό των 100 δισ. ευρώ του Νοεμβρίου του 2015. Μέσα σε διάστημα έντεκα ετών, οι αποταμιεύσεις ενισχύθηκαν κατά 56 δισεκατομμύρια ευρώ (με μέση ετήσια αύξηση 5,2 δισ. ευρώ ή 4,2%), εξέλιξη που αποτυπώνει τη σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα.
Παρά την πρόοδο αυτή, το υφιστάμενο υπόλοιπο υπολείπεται κατά 40 δισεκατομμύρια ευρώ από το ιστορικό υψηλό των 196 δισ. ευρώ του Δεκεμβρίου του 2009, απαιτώντας νέα αύξηση της τάξης του 25,6% για την πλήρη αποκατάσταση. Οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η περαιτέρω ενίσχυση της ρευστότητας δεν μπορεί να βασίζεται σε συγκυριακούς παράγοντες, αλλά προϋποθέτει ουσιαστική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και βελτίωση της αγοραστικής δύναμης, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού απορροφάται από το αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Προς την κατεύθυνση της θεσμικής ενίσχυσης της αποταμιευτικής κουλτούρας, πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ εισηγείται τη θέσπιση συγκεκριμένων φορολογικών και επενδυτικών κινήτρων, εστιάζοντας κυρίως στα μεσαία εισοδήματα. Ειδικότερα, προτείνεται η δημιουργία του Ατομικού Αποταμιευτικού Επενδυτικού Λογαριασμού (ΑΠΕΛ), ο οποίος θα προσφέρει εθελοντική επένδυση σε κινητές αξίες με κλιμακούμενη φορολογική έκπτωση βάσει του ύψους και του χρόνου διακράτησης της επένδυσης (έως και 5 έτη) και με ανώτατο όριο για τον περιορισμό του δημοσιονομικού κόστους.
Παράλληλα, προκρίνεται η εισαγωγή του Παιδικού Αποταμιευτικού Επενδυτικού Λογαριασμού (ΠΑΠΕΛ), ο οποίος θα ενεργοποιείται με τη γέννηση κάθε παιδιού, θα επιδοτείται με πρόσθετη κρατική ενίσχυση επί των ετήσιων γονεϊκών καταθέσεων και θα αποδεσμεύεται αφορολόγητα μετά την ενηλικίωση, συνδέοντας την αποταμίευση με την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος.