Μια πρωτοποριακή μορφή ανοσοθεραπείας προσφέρει ελπίδα στην αντιμετώπιση των πιο επιθετικών παιδιατρικών όγκων του εγκεφάλου, ενός τομέα όπου η πρόοδος τις τελευταίες δύο δεκαετίες ήταν εξαιρετικά περιορισμένη.
Σε πρόσφατη κλινική δοκιμή, τέσσερα παιδιά με καρκίνο τελικού σταδίου που θεωρούνταν ανίατα παραμένουν στη ζωή, με τα τρία από αυτά να μην παρουσιάζουν κανένα σύμπτωμα της νόσου.
Τα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής
Η πειραματική θεραπεία, γνωστή ως TAA T-cell (Tumour-Associated Antigen T-cell therapy), χορηγήθηκε σε 33 παιδιά και νεαρούς ενήλικες με διάχυτο ενδογενές γλοίωμα (DIPG) ή άλλους επιθετικούς όγκους που δεν είχαν ανταποκριθεί σε συμβατικές θεραπείες.
Η δοκιμή επικεντρώθηκε σε αυτούς τους όγκους επειδή, σύμφωνα με την ερευνήτρια Helen Heslop Bollard, «είναι καθολικά θανατηφόροι – δεν υπάρχει τίποτα άλλο για αυτούς».
Ασθενείς με υποτροπιάζον γλοιοβλάστωμα, αστροβλάστωμα ή μυελοβλάστωμα, που είχαν υποβληθεί έως και σε 17 κύκλους χημειοθεραπείας και ακτινοβολίας χωρίς επιτυχία, εμφάνισαν εντυπωσιακή ανταπόκριση. Τρία παιδιά παραμένουν ζωντανά χωρίς ενδείξεις νόσου δύο έως πέντε χρόνια μετά τη θεραπεία, αναφέρει το newscientist.com.
Όπως δήλωσε η κ. Bollard, «εξακολουθώ να έχω επαφή με μία από τις οικογένειες και είναι απίστευτα ευγνώμονες που το παιδί τους βρίσκεται ακόμη σήμερα στη ζωή».
Αν και η μελέτη ήταν μικρή, η κ. Bollard υπογράμμισε «είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι, γιατί παρότι επρόκειτο μόνο για μελέτη ασφάλειας φάσης Ι, φάνηκε να υπάρχει ένδειξη αποτελεσματικότητας».
Ο ειδικός Glen Hassall σχολίασε σχετικά «κανείς δεν πανηγυρίζει ακόμη λέγοντας "αυτή είναι η λύση", αλλά τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά και αποτελούν ακόμη ένα βήμα στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις κυτταρικές θεραπείες για να αντιμετωπίσουμε τους όγκους του εγκεφάλου».
Πώς λειτουργεί η θεραπεία TAA T-cell
Η μέθοδος περιλαμβάνει την απομόνωση Τ-λεμφοκυττάρων από τον ασθενή, τα οποία «εκπαιδεύονται» στο εργαστήριο ώστε να αναγνωρίζουν τρεις συγκεκριμένους πρωτεϊνικούς δείκτες των παιδιατρικών όγκων. Στη συνέχεια, τα κύτταρα πολλαπλασιάζονται και επανεισάγονται ενδοφλεβίως στον οργανισμό για την καταπολέμηση του καρκίνου.
Σε αντίθεση με τη γνωστή θεραπεία CAR-T, δεν απαιτείται γενετική τροποποίηση των κυττάρων ενώ μπορεί να στοχεύει πολλαπλά αντιγόνα ταυτόχρονα. Σύμφωνα με τους ειδικούς, φαίνεται να προκαλεί λιγότερες παρενέργειες, με συχνότερα συμπτώματα την κόπωση και τον πονοκέφαλο.
Η ερευνητική ομάδα δρομολογεί δύο νέες κλινικές δοκιμές, με συνδυασμό της θεραπείας με υπέρηχους για το άνοιγμα του αιματοεγκεφαλικού φραγμού και ταυτόχρονα, πλήρως εξατομικευμένη θεραπεία μέσω γενετικής ανάλυσης του όγκου κάθε ασθενούς.
Ο κ. Hassall κατέληξε τονίζοντας «τα τελευταία περίπου 20 χρόνια δεν έχουμε καταφέρει να βελτιώσουμε ουσιαστικά την επιβίωση των παιδιών με αυτούς τους όγκους του εγκεφάλου. Είναι λοιπόν ιδιαίτερα ενθαρρυντικό ότι ανοίγεται ένα εντελώς νέο πεδίο θεραπευτικών επιλογών».