Η νόσος Αλτσχάιμερ αποτελεί τη συχνότερη μορφή άνοιας και χαρακτηρίζεται από σταδιακή έκπτωση της μνήμης και των γνωστικών λειτουργιών. Εμφανίζεται κυρίως σε μεγαλύτερες ηλικίες, ωστόσο οι επιστήμονες αναζητούν διαρκώς τρόπους που θα επιτρέψουν την έγκαιρη αναγνώρισή της, ακόμη και πριν εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα.
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ερευνητικές κατευθύνσεις αφορά τα μάτια. Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neurobiology of Aging, η αντίδραση της κόρης του οφθαλμού κατά τη διάρκεια γνωστικών δοκιμασιών ενδέχεται να λειτουργήσει ως ένας απλός και χαμηλού κόστους δείκτης για τον εντοπισμό ατόμων με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
Τι έδειξε η έρευνα
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η διαστολή της κόρης του οφθαλμού συνδέεται με τη λειτουργία του locus coeruleus, μιας περιοχής του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη γνωστική λειτουργία και θεωρείται από τα πρώτα σημεία όπου εμφανίζονται αλλοιώσεις που συνδέονται με το Αλτσχάιμερ.
Κατά τη διάρκεια γνωστικών τεστ, η κόρη του οφθαλμού διαστέλλεται όσο αυξάνεται η πνευματική προσπάθεια. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι άτομα με ήπια γνωστική εξασθένηση, η οποία συχνά προηγείται της νόσου Αλτσχάιμερ, εμφανίζουν μεγαλύτερη διαστολή της κόρης σε σχέση με συνομηλίκους χωρίς γνωστικά προβλήματα.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη μέτρηση θα μπορούσε μελλοντικά να αποτελέσει ένα εύχρηστο εργαλείο για την έγκαιρη αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης της νόσου.
Πρόσθετες ενδείξεις
Εκτός από τις αλλαγές στα μάτια, οι ερευνητές εξετάζουν και άλλους πιθανούς πρώιμους δείκτες του Αλτσχάιμερ. Ανάμεσά τους βρίσκεται η απώλεια της όσφρησης.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Neurology έδειξε ότι άτομα που φέρουν το γονίδιο APOE e4, το οποίο έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, ενδέχεται να παρουσιάσουν μειωμένη ικανότητα αναγνώρισης οσμών αρκετά χρόνια πριν εκδηλωθούν προβλήματα μνήμης.
Στην έρευνα συμμετείχαν περισσότεροι από 865 εθελοντές, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για πέντε χρόνια. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι έφεραν το συγκεκριμένο γονίδιο εμφάνιζαν νωρίτερα απώλεια της όσφρησης σε σύγκριση με όσους δεν το έφεραν.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τόσο οι μεταβολές στην αντίδραση της κόρης του οφθαλμού όσο και η απώλεια της όσφρησης δεν αρκούν από μόνες τους για τη διάγνωση του Αλτσχάιμερ. Ωστόσο, αποτελούν ευρήματα που ενισχύουν την προσπάθεια ανάπτυξης πιο απλών και έγκαιρων μεθόδων εντοπισμού της νόσου, ώστε οι ασθενείς να μπορούν να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται όσο το δυνατόν νωρίτερα.