Μια εξαιρετικά σπάνια και σημαντική νομική ανατροπή σημειώθηκε με απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δικαίωσε ιδιώτη σε δικαστική διαμάχη έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, αναγνωρίζοντας την κυριότητά της επί ακινήτου 56,40 τ.μ. στη Ρόδο μέσω έκτακτης χρησικτησίας. Η απόφαση αυτή εξαφάνισε την προηγούμενη απορριπτική κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αποτελώντας φωτεινή εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τα δημόσια κτήματα ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
Το δικαστήριο στηρίχθηκε στις αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003, ο οποίος επιτρέπει κατ' εξαίρεση τη χρησικτησία έναντι του Δημοσίου για ακίνητα εντός σχεδίου πόλεως, εφόσον συμπληρώνεται τριακονταετής αδιατάρακτη νομή έως τις 19 Μαρτίου 2003. Κλειδί για την έκβαση της δίκης αποτέλεσε το γεγονός ότι το βάρος απόδειξης της κακής πίστης φέρει αποκλειστικά το Δημόσιο, το οποίο απέτυχε να αποδείξει ότι η πλευρά της ενάγουσας γνώριζε τον δημόσιο χαρακτήρα του ακινήτου.
Η ιστορία του επίδικου ακινήτου στα ιστορικά «μαράσια» του Αγίου Γεωργίου ξεκινά από το 1956, με την οικογένεια της ενάγουσας να το κατέχει άτυπα, να ανεγείρει οικία το 1969, να το ηλεκτροδοτεί από το 1973 και να καταβάλλει κανονικά τους αναλογούντες φόρους (Ε9) επί δεκαετίες.
Το Εφετείο υπογράμμισε ότι η παντελής αδράνεια του Δημοσίου για γενιές ολόκληρες —καθώς ουδέποτε εξέδωσε πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, ούτε άσκησε εμπράγματη αγωγή— ενίσχυε σταθερά την πεποίθηση της νομέως ότι το οικόπεδο της ανήκε νόμιμα. Με την οριστική δικαίωσή της, το δικαστήριο έκρινε ότι συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος χρησικτησίας από το 1971 έως και μετά το 2003, διατάσσοντας την επιστροφή του παραβόλου στην πολίτη και επιβάλλοντας τη δικαστική δαπάνη εις βάρος του ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου.