Στη Βουλή έφτασαν τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν το Γενικό Νοσοκομείο Χανίων και τα Κέντρα Υγείας του νομού, μετά από κοινοβουλευτική ερώτηση που κατέθεσαν οι βουλευτές Μανώλης Συντυχάκης, Γιώργος Λαμπρούλης και Μαρία Κομνηνάκα προς τον υπουργό Υγείας.
Στην ερώτησή τους περιγράφουν μια εικόνα που, όπως υποστηρίζουν, αποτυπώνει την οριακή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το δημόσιο σύστημα υγείας στα Χανιά, κάνοντας λόγο για σοβαρή υποστελέχωση, εξαντλητικά ωράρια και περιστατικά εργασιακής κατάρρευσης υγειονομικών.
Γιατροί και νοσηλευτές στα όρια των αντοχών τους
Όπως επισημαίνεται, το τελευταίο διάστημα έχουν καταγραφεί ιδιαίτερα ανησυχητικά περιστατικά στο Νοσοκομείο Χανίων. Ειδικευόμενος γιατρός φέρεται να εφημέρευσε μόνος του στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, χωρίς την παρουσία ειδικευμένου ιατρού, ενώ νοσηλεύτρια υπέβαλε την παραίτησή της εξαιτίας του αυξημένου φόρτου εργασίας.
Την ίδια ώρα, γιατρός κατέρρευσε κατά τη διάρκεια της εφημερίας του, ενώ παιδίατρος, έπειτα από πέντε συνεχόμενες ημέρες εφημερίας, υπέστη εξάντληση και κατέρρευσε, γεγονότα που – σύμφωνα με τους βουλευτές – αναδεικνύουν τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζεται το προσωπικό.
Κλινικές με ελλείψεις και πολύωρες αναμονές
Σύμφωνα με την κοινοβουλευτική παρέμβαση, η λειτουργία του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων βρίσκεται σε οριακό σημείο.
Η μία από τις δύο Παθολογικές Κλινικές έχει συγχωνευθεί με την Πνευμονολογική μετά την αποχώρηση τριών ειδικευμένων γιατρών, ενώ η δεύτερη λειτουργεί με μόλις τέσσερις γιατρούς. Αντίστοιχα, οι χειρουργικές κλινικές αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα μετά τις αποχωρήσεις αναισθησιολόγων, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα ακόμη και για την κάλυψη των έκτακτων χειρουργείων.
Παράλληλα, η Νευρολογική και η Ψυχιατρική Κλινική λειτουργούν, όπως αναφέρεται, στα όρια της κατάρρευσης, ενώ το Ακτινολογικό Τμήμα έχει αναθέσει τις γνωματεύσεις αξονικών τομογραφιών σε ιδιώτες, λόγω έλλειψης μόνιμου ακτινολόγου.
Σημαντικές είναι και οι καθυστερήσεις στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, όπου οι ασθενείς, σύμφωνα με την καταγγελία, περιμένουν πολλές φορές από οκτώ έως και δέκα ώρες για να εξεταστούν.
Υποστελέχωση σε όλη την Κρήτη
Οι βουλευτές σημειώνουν ότι η κατάσταση δεν αφορά μόνο το Νοσοκομείο Χανίων, αλλά συνολικά τις δημόσιες δομές υγείας της Κρήτης.
Όπως αναφέρουν, περισσότερες από τέσσερις στις δέκα οργανικές θέσεις στα νοσοκομεία παραμένουν κενές, ενώ το 25% των κλινών ΜΕΘ και πάνω από το 40% των χειρουργικών αιθουσών δεν λειτουργούν λόγω ελλείψεων προσωπικού. Παράλληλα, στα Κέντρα Υγείας Βάμου, Κισσάμου, Κανδάνου και Χώρας Σφακίων καταγράφονται σημαντικές ελλείψεις σε ιατρικό, νοσηλευτικό και βοηθητικό προσωπικό.
Όπως υπογραμμίζουν, η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εν μέσω της τουριστικής περιόδου, κατά την οποία ο πληθυσμός της περιοχής αυξάνεται σημαντικά.
«Η λειτουργία του συστήματος στηρίζεται στην υπερεργασία»
Στην ερώτηση γίνεται λόγος για ένα σύστημα που, σύμφωνα με τους συντάκτες της, στηρίζεται στην υπερεργασία και την εξάντληση των υγειονομικών, με χιλιάδες οφειλόμενα ρεπό και άδειες, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο ιατρικών λαθών και οδηγεί ολοένα και περισσότερους εργαζόμενους σε παραιτήσεις.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά στην εργασιακή ανασφάλεια των συμβασιούχων, καθώς και στην προσπάθεια εφαρμογής «Κώδικα Δεοντολογίας Προσωπικού για την Τήρηση Εμπιστευτικότητας», ο οποίος – όπως υποστηρίζουν – προκάλεσε αντιδράσεις από τους εργαζόμενους.
Τα αιτήματα προς το Υπουργείο Υγείας
Με την κοινοβουλευτική τους παρέμβαση, οι τρεις βουλευτές ζητούν από τον υπουργό Υγείας να προχωρήσει άμεσα:
- στην πλήρη στελέχωση του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων και των Κέντρων Υγείας με μόνιμο ιατρικό, νοσηλευτικό και βοηθητικό προσωπικό,
- στη μονιμοποίηση όλων των επικουρικών και συμβασιούχων εργαζομένων,
- στην ενίσχυση της κρατικής χρηματοδότησης για τις δημόσιες δομές υγείας του νομού,
- στην άμεση καταβολή των δεδουλευμένων εφημεριών και υπερωριών, στην αύξηση των αποδοχών των υγειονομικών, στην επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού και στην ένταξή τους στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι οι υφιστάμενες συνθήκες λειτουργίας θέτουν σε δοκιμασία τόσο την ασφάλεια των εργαζομένων όσο και την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας που παρέχονται στους πολίτες, ζητώντας την άμεση παρέμβαση της κυβέρνησης.