Η ελληνική γλώσσα κρύβει αμέτρητες λέξεις με ιδιαίτερη ιστορία και πολλαπλές σημασίες, οι οποίες, αν και χρησιμοποιούνται ολοένα και πιο σπάνια, παραμένουν ζωντανό κομμάτι της λαϊκής μας παράδοσης. Μία από αυτές είναι το ρήμα «μουρνταρεύω», το οποίο δεν είναι ευρέως γνωστό, αλλά διαθέτει δύο διαφορετικές ερμηνείες.
Στην πιο συνηθισμένη μεταφορική του χρήση, το «μουρνταρεύω» σημαίνει ότι κάποιος συμπεριφέρεται ως μουρντάρης, δηλαδή απατά τον ή τη σύντροφό του ή είναι άπιστος μέσα σε μια σχέση ή γάμο.
Παράλληλα, η λέξη χρησιμοποιείται και με την κυριολεκτική της έννοια, περιγράφοντας την πράξη του να λερώνω, βρομίζω ή ρυπαίνω κάτι.
Πρόκειται για μία ακόμη χαρακτηριστική λέξη του ελληνικού λεξιλογίου που αναδεικνύει τον πλούτο και τη διαχρονικότητα της γλώσσας, καθώς μία μόνο λέξη μπορεί να αποδίδει διαφορετικές έννοιες, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται.