Τρεις διαφορετικές ζωές, τρεις διαφορετικές ιστορίες, αλλά ένα κοινό τέλος: δολοφονήθηκαν από άνδρες που θεωρούσαν πως είχαν δικαίωμα πάνω στη ζωή τους.
Δεν είναι η ώρα για προβληματισμό. Ο προβληματισμός ανήκε στα χρόνια που το φαινόμενο εμφανιζόταν και η κοινωνία προσπαθούσε να κατανοήσει τις διαστάσεις του. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια σκληρή πραγματικότητα που έχει πλέον όνομα: γυναικοκτονία.
Τρεις γυναίκες δολοφονήθηκαν με δεκάδες μαχαιριές μέσα σε δύο εβδομάδες. Δεν πρόκειται για συμπτώσεις. Δεν πρόκειται για «εκρήξεις θυμού», για «εγκλήματα πάθους» ή για άνδρες που «δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν έναν χωρισμό». Πρόκειται για την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας, εκεί όπου ο έλεγχος, η κτητικότητα και η κακοποίηση καταλήγουν στον θάνατο.
Η Βασιλική προσπαθούσε να ξεφύγει από έναν άνθρωπο που ήθελε να ασκεί απόλυτο έλεγχο στη ζωή της. Η Αντιγόνη, σύμφωνα με τα στοιχεία που έρχονται στο φως, επιθυμούσε να βάλει τέλος στη σχέση της και δεχόταν ψυχολογικούς εκβιασμούς. Σε πολλές από αυτές τις υποθέσεις, το περιβάλλον γνωρίζει, οι φίλοι γνωρίζουν, οι συγγενείς γνωρίζουν. Συχνά γνωρίζουν και οι Αρχές.
Κι όμως, οι γυναίκες συνεχίζουν να πεθαίνουν.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει ευαισθητοποίηση. Το ερώτημα είναι γιατί η ευαισθητοποίηση δεν μετατρέπεται σε αποτελεσματική προστασία. Γιατί, ενώ οι καμπάνιες προτρέπουν τις γυναίκες να μιλήσουν, εκείνες που μιλούν συχνά δεν προστατεύονται. Γιατί οι καταγγελίες δεν οδηγούν πάντοτε σε ουσιαστική αξιολόγηση κινδύνου. Γιατί οι προειδοποιήσεις αντιμετωπίζονται πολλές φορές ως υπερβολές μέχρι να μετατραπούν σε δελτία ειδήσεων.
Από την αρχή του χρόνου, ο αριθμός των γυναικοκτονιών στη χώρα συνεχίζει να αυξάνεται. Πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει μια γυναίκα που είχε σχέδια, οικογένεια, φίλους, όνειρα και δικαίωμα να ζήσει. Κάθε νέα γυναικοκτονία δεν αποτελεί απλώς μια εγκληματική πράξη. Είναι μια συλλογική αποτυχία ενός συστήματος που εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει έγκαιρα τον κίνδυνο.
Και όσο η δημόσια συζήτηση εξαντλείται στο τι «όπλισε το χέρι του δράστη», χάνεται το ουσιαστικό ερώτημα: τι θα μπορούσε να είχε σώσει τη ζωή της γυναίκας.
Οι γυναικοκτονίες δεν είναι αναπόφευκτες. Είναι προβλέψιμες όταν προηγούνται απειλές, έλεγχος, εκφοβισμός, κακοποίηση και ατιμωρησία. Και γι' αυτό μπορούν και πρέπει να προλαμβάνονται.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται άλλον έναν κύκλο θλίψης και διαπιστώσεων. Χρειάζεται πολιτική βούληση, ουσιαστική προστασία των θυμάτων, εκπαίδευση των αρμόδιων υπηρεσιών και μηδενική ανοχή στην έμφυλη βία.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι πόσο ακόμη θα προβληματιζόμαστε.
Το ερώτημα είναι: πόσες ακόμη γυναίκες πρέπει να χαθούν μέχρι να δράσουμε πραγματικά;