Λέξεις που σχετίζονται με την εργασία, το μόχθο και την απόκτηση αγαθών έχουν βαθιές ρίζες στην ελληνική γλώσσα. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές και συχνά παραγνωρισμένες είναι το ρήμα «προσπορίζομαι».
Το «προσπορίζομαι» προέρχεται από την αρχαία ελληνική σύνθεση πρός (προς) + πορίζω (εξασφαλίζω, προμηθεύω). Στην αρχαία σκέψη, η έννοια του πόρου (από όπου το ρήμα πορίζω) δήλωνε το μέσο, τη διέξοδο, τον δρόμο που οδηγεί στη λύση ενός προβλήματος ή στην εξασφάλιση αναγκαίων αγαθών.
Έτσι, το «προσπορίζομαι» σημαίνει αποκτώ, εξασφαλίζω για τον εαυτό μου κάτι απαραίτητο, συνήθως με προσπάθεια, κόπο ή επινοητικότητα. Είναι μία λέξη που κουβαλά τη δημιουργική διάσταση της επιβίωσης και της μέριμνας.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Γροιλανδία: Τι τρώνε στον πιο παγωμένο τόπο της Γης
Ελαιόλαδο και λεμόνι πριν τον ύπνο: Ένα μυστικό που βοηθά σώμα και καρδιά
Μαρία Δούση