Η λέξη «άτμητος» προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «τμῶ» που σημαίνει «κόβω», και το πρόθημα «α-» που δηλώνει άρνηση ή έλλειψη. Συνεπώς, «άτμητος» σημαίνει αυτός που δεν έχει κοπεί, δεν έχει κοπεί σε κομμάτια, αδιάσπαστος ή αδιάσπαστος.
Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που παραμένει ολόκληρο, ακεραιό και ενιαίο, χωρίς να έχει υποστεί διαχωρισμό ή κατακερματισμό. Συχνά συναντάται σε επιστημονικά, φιλοσοφικά ή τεχνικά κείμενα, αλλά και στη λογοτεχνία.
Για παράδειγμα, ένα άτμητο υλικό είναι αυτό που δεν έχει σπάσει ή κοπεί, ενώ σε πιο αφηρημένο επίπεδο, μια άτμητη έννοια ή ιδέα παραμένει αναλλοίωτη και συνεκτική.
Εν κατακλείδι, το επίθετο «άτμητος» δηλώνει τη διατήρηση της ακεραιότητας και της συνέχειας, είτε πρόκειται για υλικά αντικείμενα είτε για αφηρημένες έννοιες.