Σε κατάσταση ετοιμότητας βρίσκονται οι υγειονομικές αρχές στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), επιβεβαίωσε την παρουσία του επικίνδυνου μύκητα Candida Αuris σε 23 πολιτείες, με το Τέξας, την Καλιφόρνια και το Τενεσί να βρίσκονται στο επίκεντρο. Πρόκειται για έναν επεμβατικό μικροοργανισμό που προκαλεί λοιμώξεις στο αίμα, σε τραύματα και στο αυτί, απειλώντας άμεσα τη ζωή νοσηλευόμενων ασθενών. Αν και τα υγιή άτομα διατρέχουν εξαιρετικά χαμηλό κίνδυνο, ο μύκητας συνιστά απειλή για συγκεκριμένες κατηγορίες:
- Ευπαθείς ομάδες: Νοσηλευόμενοι ασθενείς, φιλοξενούμενοι σε οίκους ευγηρίας, άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα ή άτομα που φέρουν επεμβατικές συσκευές (καθετήρες, αναπνευστικούς σωλήνες), αποτελούν τις πλέον ευάλωτες ομάδες.
Ο μύκητας αυτός επιζεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα στις νοσοκομειακές επιφάνειες, γεγονός που διευκολύνει την ταχεία μετάδοσή του εντός των υγειονομικών δομών.
Αντέχει στην φαρμακευτική αγωγή
Το στοιχείο που προβληματίζει ιδιαίτερα την επιστημονική κοινότητα είναι η πρωτοφανής προσαρμοστικότητα του μικροοργανισμού σε θεραπευτικές αγωγές. Ο μύκητας εμφανίζει ανθεκτικότητα σε τουλάχιστον μία βασική κατηγορία φαρμάκων, ενώ ορισμένα στελέχη αντιστέκονται και στις τρεις κύριες κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων των εχινοκανδινών.
Σε ό,τι έχει να κάνει με τη θνησιμότητα, περισσότεροι από 1 στους 3 ασθενείς με επεμβατική λοίμωξη καταλήγουν, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τα ποσοστά θνησιμότητας ξεπερνούν το 50%, ακόμη και υπό φαρμακευτική αγωγή. Η μη επιτυχία των συμβατικών θεραπειών υποχρεώνει τους ιατρούς στη χρήση συνδυαστικών ή πειραματικών σχημάτων, ενώ οι αρχές εφαρμόζουν αυστηρά πρωτόκολλα απομόνωσης και απολύμανσης.
Ο μύκητας εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 2009 στην Ιαπωνία και μέσα σε λίγα χρόνια καταγράφηκε σε περισσότερες από 61 χώρες σε έξι ηπείρους. Κάθε χρόνο, οι μυκητιασικές λοιμώξεις επηρεάζουν σχεδόν 6,5 εκατομμύρια ανθρώπους διεθνώς, όμως ο Candida auris ξεχωρίζει ως ένας από τους πρώτους μύκητες που λαμβάνουν τον χαρακτηρισμό του «πολυανθεκτικού». Πρόσφατες επιστημονικές ανασκοπήσεις αναδεικνύουν ότι ο μικροοργανισμός εμφανίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα σε διαφορετικές ηπείρους μέσω ανεξάρτητων εξελικτικών διαδρομών.
Το γεγονός αυτό ενισχύει την επιστημονική υπόθεση ότι περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η άνοδος της θερμοκρασίας λόγω της κλιματικής αλλαγής, ευνόησαν την προσαρμογή του μύκητα στις θερμοκρασίες του ανθρώπινου σώματος, διευκολύνοντας την εξάπλωσή του.