Στις αναμνήσεις από το παλιό σχολείο χωρούν η ξυλόσομπα, τα φθαρμένα αναγνωστικά και οι διαδρομές με τα πόδια μέχρι την αίθουσα, όμως δίπλα σε αυτές τις εικόνες υπάρχουν και άλλες, πολύ δυσκολότερες, που συχνά σκεπάζονται από τη νοσταλγία: ένα παιδί που προσπαθεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του, μια λανθασμένη απάντηση που γίνεται αφορμή δημόσιας διαπόμπευσης, ένας χαρακτηρισμός που ακούγεται σαν οριστική απόφαση για το μέλλον του.
Αυτή την πλευρά αναδεικνύει ο Βασίλης Μαλισιόβας, σε προσωπική μαρτυρία του που δημοσιεύτηκε στο alfavita.gr, επιστρέφοντας στα μαθητικά του χρόνια στη Μαρκινιάδα Άρτας, όπου ολοκλήρωσε το δημοτικό στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και γνώρισε ένα σχολείο στο οποίο η φτώχεια των παιδιών συναντούσε συχνά τη σκληρότητα της αντιμετώπισής τους.
Πριν από το λάθος, υπήρχε μια δύσκολη διαδρομή
Σύμφωνα με την αφήγησή του, μαθητές από γειτονικούς οικισμούς έφταναν περπατώντας, ακόμη και μέσα στη βροχή ή στο χιόνι, ενώ ορισμένοι ζούσαν σε σπίτια χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και διάβαζαν όσο κρατούσε το φως της ημέρας ή με λάμπα πετρελαίου.
Στη μοναδική αίθουσα, όπου συνυπήρχαν οι έξι τάξεις, έπρεπε πρώτα να στεγνώσουν κοντά στη σόμπα και έπειτα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του μαθήματος, κουβαλώντας ήδη κούραση και στερήσεις που δεν μπορούσαν να αποτυπωθούν σε έναν βαθμό.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο ουσιαστικά ερωτήματα που γεννά η μαρτυρία: πόσο δίκαια μπορεί να κριθεί η επίδοση ενός παιδιού, όταν παραμένουν αθέατες οι συνθήκες μέσα στις οποίες προσπαθεί να μάθει; Εκεί όπου θα μπορούσε να αναζητηθεί η αιτία μιας δυσκολίας, ο μειωτικός χαρακτηρισμός έδινε μια εύκολη και άδικη απάντηση.
Όταν η παρατήρηση γινόταν ταυτότητα
Ο Μαλισιόβας καταγράφει ένα εκτεταμένο λεξιλόγιο απαξίωσης, από προσβολές για τη νοημοσύνη μέχρι συγκρίσεις με ζώα και άψυχα αντικείμενα, μέσα από το οποίο η δυσκολία στην κατανόηση παρουσιαζόταν ως αμετάβλητο γνώρισμα του μαθητή.
Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι η επίθεση ξεπερνούσε το συγκεκριμένο λάθος και στρεφόταν προς ολόκληρο το πρόσωπο του παιδιού, μετατρέποντας μια αποτυχία της στιγμής σε υποτιθέμενη απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας.
Την ταπείνωση συμπλήρωναν, όπως περιγράφει, οι ειρωνικές ερωτήσεις, οι μορφασμοί, η μίμηση της φωνής και οι δημόσιες συγκρίσεις με συμμαθητές που απαντούσαν σωστά, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο η έκθεση μπροστά στους άλλους μπορούσε να γίνει περισσότερο απειλητική από την ίδια τη δυσκολία του μαθήματος.
Ο φόβος αφορούσε ολόκληρη την τάξη
Ιδιαίτερο βάρος έχει η αναφορά του συγγραφέα στους μαθητές που παρακολουθούσαν τη βία, ακόμη και όταν οι ίδιοι δεν ήταν οι άμεσοι αποδέκτες της, καθώς θυμάται παιδιά να βλέπουν φίλους ή αδέλφια τους να τιμωρούνται και να προσπαθούν να παραμείνουν ατάραχα.
Η αίθουσα γινόταν έτσι τόπος εκμάθησης της σιωπής, ενώ, όπως επισημαίνει, η σκληρότητα μπορούσε να συνυπάρχει με ένα μάθημα για την ευγένεια και την πραότητα, αφήνοντας στα παιδιά ένα βαθύ χάσμα ανάμεσα στις αξίες που άκουγαν και στη συμπεριφορά που βίωναν.
Η συγκεκριμένη αφήγηση αποτελεί προσωπική μαρτυρία, χωρίς να περιγράφει κάθε σχολείο και κάθε εκπαιδευτικό εκείνης της εποχής, αλλά προσφέρει έναν αναγκαίο αντίλογο στην εξιδανίκευση της αυστηρότητας ως αυτονόητης παιδαγωγικής αρετής.
Η αξιοπρέπεια ως αφετηρία της μάθησης
Η αξία αυτής της επιστροφής στο παρελθόν βρίσκεται και στη δυνατότητα να διατυπωθεί καθαρότερα το ζητούμενο του σημερινού σχολείου: σαφή όρια, σταθερή καθοδήγηση και απαιτήσεις που συνοδεύονται από σεβασμό, ώστε το παιδί να μπορεί να διορθώνει τη συμπεριφορά ή την απάντησή του χωρίς να αισθάνεται ότι αμφισβητείται η αξία του.
Η ενθαρρυντική προοπτική υπάρχει σε κάθε τάξη όπου ο εκπαιδευτικός αναζητά τι δυσκολεύει τον μαθητή, του δίνει χρόνο και του επιτρέπει να προσπαθήσει ξανά, χτίζοντας καθημερινά μια σχέση εμπιστοσύνης που χωρά τη γνώση μαζί με την ευαισθησία.
Γιατί ένα από τα πιο πολύτιμα μαθήματα που μπορεί να πάρει ένα παιδί από το σχολείο είναι ότι έχει δικαίωμα να κάνει λάθος και δυνατότητα να προχωρήσει.
Με αφορμή το κείμενο του Βασίλη Μαλισιόβα «Τα λόγια των παλιών δασκάλων που πονούσαν πιο πολύ κι απ’ τη βέργα…», στο alfavita.gr.