Σε κατάσταση κόκκινου συναγερμού βρίσκονται οι υποδομές της δημόσιας εκπαίδευσης στη χώρα, με την Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ) να εκπέμπει σήμα κινδύνου για τη στατική επάρκεια και την αντισεισμική θωράκιση των σχολείων. Η Ομοσπονδία διαμηνύει προς την κυβέρνηση ότι «δεν παζαρεύει την ασφάλεια των μαθητών», ζητώντας την άμεση επίσπευση των προσεισμικών ελέγχων και τη γενναία χρηματοδότηση των αναγκαίων κτιριακών παρεμβάσεων. Η παρέμβαση αυτή έρχεται σε μια ιδιαίτερα θερμή περίοδο, καθώς οι καθηγητές προετοιμάζουν τη μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση στις 21 Οκτωβρίου, βάζοντας στην προμετωπίδα των διεκδικήσεων την προστασία της μαθητικής κοινότητας.
Τα στοιχεία του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ) που φέρνει στο φως η ΟΛΜΕ αποτυπώνουν μια εξαιρετικά ανησυχητική εικόνα για το κτιριακό απόθεμα. Από τα 29.522 σχολικά κτίρια Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για τα οποία έχουν συμπληρωθεί δελτία πρωτοβάθμιου ελέγχου, τα 5.770 κτίρια (που αντιστοιχούν σε 3.526 σχολικές μονάδες) έχουν καταταχθεί στην Α΄ Προτεραιότητα για επείγοντα δευτεροβάθμιο έλεγχο. Ακόμη πιο δραματικό είναι το γεγονός ότι 149 σχολικές μονάδες απαιτούν άμεση κτιριακή παρέμβαση, προκειμένου να αποτραπούν φαινόμενα κατάρρευσης ή σοβαρών ατυχημάτων.
Η Ομοσπονδία ξεκαθαρίζει με έμφαση ότι ο πρωτοβάθμιος προσεισμικός έλεγχος δεν αποτελεί πιστοποιητικό στατικής επάρκειας, αλλά μια απλή πρώτη καταγραφή προτεραιοτήτων. Σε μια χώρα με τόσο υψηλή σεισμικότητα, η Πολιτεία θα έπρεπε να έχει ολοκληρώσει προ πολλού τον πλήρη δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο έλεγχο με εξειδικευμένα επιστημονικά κλιμάκια. Η καθυστέρηση στη διενέργεια των ουσιαστικών αυτών ελέγχων εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για χιλιάδες μαθητές και εκπαιδευτικούς που φοιτούν και εργάζονται καθημερινά σε χώρους αμφίβολης δομικής αντοχής.
Στο στόχαστρο της σκληρής κριτικής της ΟΛΜΕ βρίσκεται και η κυβερνητική πολιτική για την αναβάθμιση των σχολείων, με ιδιαίτερη αιχμή το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου». Η Ομοσπονδία χαρακτηρίζει το πρόγραμμα «βιτρίνα», υποστηρίζοντας ότι οι παρεμβάσεις σε αυλές, ράμπες, τουαλέτες και εξωτερικούς καλλωπισμούς —αν και απαραίτητες— δεν απαντούν στο κρίσιμο ζήτημα της αντισεισμικής προστασίας. Παράλληλα, καταγγέλλει ότι μέσω του προγράμματος αυτού παρέχεται πεδίο επικοινωνιακής προβολής σε συστημικές τράπεζες, την ώρα που οι πραγματικές ανάγκες των σχολικών υποδομών απαιτούν βαθιές δομικές επισκευές.
Η επικινδυνότητα της κατάστασης επιβεβαιώθηκε με δραματικό τρόπο στο παραπέντε της έναρξης της φετινής σχολικής χρονιάς, όταν έξι σχολικά κτίρια κρίθηκαν αιφνιδιαστικά ακατάλληλα. Περιπτώσεις όπως το 1ο, το Πρότυπο και το Εσπερινό Γυμνάσιο Αγίων Αναργύρων, το 2ο και 3ο Γυμνάσιο Ξάνθης, καθώς και τμήμα του 3ου Γυμνασίου Σερρών, ανάγκασαν τις αρχές σε βίαιες μετεγκαταστάσεις μαθητών σε άλλα σχολικά συγκροτήματα ή ακόμη και σε ιδιωτικούς χώρους, προκαλώντας τεράστια αναστάτωση στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Ανάλογη τραγική εικόνα καταγράφεται και στο Γυμνάσιο Πευκοχωρίου Χαλκιδικής, το οποίο κρίθηκε ακατάλληλο και οδηγήθηκε σε λειτουργία σε απογευματινή βάρδια συστεγαζόμενο με το Γενικό Λύκειο της περιοχής, κτίριο το οποίο επίσης αντιμετωπίζει σοβαρά κτιριακά προβλήματα. Η ΟΛΜΕ τονίζει ότι η τακτική της μεταφοράς μαθητών σε ήδη επιβαρυμένα συγκροτήματα αποτελεί ημίμετρο που υποβαθμίζει την ποιότητα της εκπαίδευσης και θέτει σε ρίσκο την ασφάλεια των παιδιών.
Η ρίζα του προβλήματος συμπυκνώνεται στο γεγονός ότι το ελληνικό σχολικό σύστημα είναι βαθιά «γερασμένο». Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μόλις το 30% των σχολείων έχει κατασκευαστεί με σύγχρονες αντισεισμικές προδιαγραφές (μετά το 1985), ενώ το υπόλοιπο 70% έχει ανεγερθεί με παλαιότερους κανονισμούς (ακόμη και του 1959) ή και χωρίς οικοδομική άδεια. Η φυσική φθορά του χρόνου, σε συνδυασμό με την απουσία προληπτικής συντήρησης, μετατρέπει τα κτίρια αυτά σε δυνητικές παγίδες.
Την καθημερινή επικινδυνότητα επιτείνουν τα συνεχή περιστατικά πτώσης σοβάδων και δομικών υλικών σε σχολεία ανά την επικράτεια, όπως στη Θεσσαλονίκη, τη Λαμία, την Πάτρα, τον Κορυδαλλό και την Αιτωλοακαρνανία. Τα συμβάντα αυτά, που από τύχη δεν έχουν εξελιχθεί σε τραγωδίες, αποδεικνύουν την παντελή έλλειψη συστηματικής συντήρησης και την εγκατάλειψη των σχολικών υποδομών στη μοίρα τους, ως αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης.
Παράλληλα, η ΟΛΜΕ αναδεικνύει την αδυναμία των Δήμων να ανταποκριθούν στις αυξημένες αρμοδιότητες συντήρησης που τους έχουν μεταφερθεί, εξαιτίας της τραγικής υποστελέχωσης των τεχνικών τους υπηρεσιών και των πενιχρών κονδυλίων. Ακόμη και όταν οι δημοτικές υπηρεσίες εντοπίζουν τις φθορές, η εξασφάλιση των απαραίτητων πόρων για εκτεταμένες εργασίες ενίσχυσης καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη, εγκλωβίζοντας τις σχολικές μονάδες στη γραφειοκρατία και την αδράνεια.
Μπροστά σε αυτή την εκρηκτική κατάσταση, η ΟΛΜΕ διεκδικεί ένα συνολικό πακέτο μέτρων για την ασφάλεια των σχολείων. Μεταξύ των βασικών αιτημάτων περιλαμβάνονται η άμεση διενέργεια δευτεροβάθμιων ελέγχων, η γενναία χρηματοδότηση των Δήμων για επισκευές, η στελέχωση των Κτιριακών Υποδομών (ΚΤΥΠ) με μόνιμο προσωπικό, η ανέγερση νέων σύγχρονων σχολικών μονάδων, καθώς και η τακτική επικαιροποίηση των σχεδίων έκτακτης ανάγκης για σεισμό και πυρκαγιά σε κάθε σχολείο της χώρας.