Το σχολείο υποτίθεται ότι είναι ένας χώρος συνεργασίας, παιδαγωγικής ευθύνης, συλλογικότητας και δημοκρατικής λειτουργίας. Ωστόσο, για αρκετούς εκπαιδευτικούς, η καθημερινότητα μπορεί να αποδειχθεί πολύ διαφορετική όταν η διοίκηση της σχολικής μονάδας ασκείται με αυταρχισμό, απαξίωση, απειλές ή συστηματική πίεση.
Δεν αφορά, προφανώς, το σύνολο των διευθυντών. Υπάρχουν σχολικές μονάδες στις οποίες η διοίκηση λειτουργεί υποστηρικτικά, προστατεύει τους εκπαιδευτικούς και επιλύει συγκρούσεις με θεσμικό τρόπο. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες ο διευθυντής, αντί να λειτουργεί ως συντονιστής της σχολικής κοινότητας, μετατρέπεται σε πηγή φόβου, έντασης και επαγγελματικής ανασφάλειας.
Και τότε το πρόβλημα παύει να είναι προσωπικό. Γίνεται θεσμικό.
Όταν η διοίκηση μετατρέπεται σε εκφοβισμό
Η κακοποιητική συμπεριφορά στον χώρο εργασίας δεν εκδηλώνεται μόνο με φωνές ή προσβολές.
Μπορεί να πάρει τη μορφή συνεχών απαξιωτικών σχολίων, δημόσιας ταπείνωσης μπροστά σε συναδέλφους, επιλεκτικής μεταχείρισης, αυθαίρετης κατανομής καθηκόντων, πίεσης για παραμονή στο σχολείο πέρα από τις πραγματικές υπηρεσιακές ανάγκες, απειλών για αναφορές ή πειθαρχικά, αμφισβήτησης της επαγγελματικής επάρκειας του εκπαιδευτικού χωρίς τεκμηρίωση ή ακόμη και αποκλεισμού του από τη συλλογική λειτουργία του σχολείου.
Ιδιαίτερα επιβαρυντικές είναι οι περιπτώσεις στις οποίες ο εκπαιδευτικός δέχεται επανειλημμένα προφορικές εντολές, χωρίς έγγραφη ανάθεση, ενώ ταυτόχρονα αφήνεται να εννοηθεί ότι οποιαδήποτε αντίρρηση θα θεωρηθεί απειθαρχία.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο εργαζόμενος δεν γνωρίζει πλέον αν πρέπει να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του ή να σιωπήσει για να αποφύγει μεγαλύτερη σύγκρουση.
Η εξουσία μέσα σε ένα σχολείο έχει όρια
Ο διευθυντής έχει αυξημένες διοικητικές αρμοδιότητες, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι διαθέτει ανεξέλεγκτη εξουσία απέναντι στους εκπαιδευτικούς.
Το σχολείο δεν είναι ιδιωτική επιχείρηση του εκάστοτε διευθυντή και ο Σύλλογος Διδασκόντων δεν είναι ένα σώμα υπαλλήλων που καλείται απλώς να εκτελεί εντολές.
Η λειτουργία της σχολικής μονάδας βασίζεται σε νόμους, υπουργικές αποφάσεις, υπηρεσιακές διαδικασίες και συλλογικά όργανα, ενώ κάθε διοικητική εντολή πρέπει να έχει σαφή υπηρεσιακή βάση.
Όταν η διοικητική ιεραρχία μετατρέπεται σε προσωπική εξουσία, το σχολικό κλίμα διαλύεται και η ίδια η παιδαγωγική λειτουργία υπονομεύεται.
Ο φόβος δημιουργεί σιωπή
Το δυσκολότερο στοιχείο στις περιπτώσεις κακοποιητικής διοίκησης είναι ότι πολλοί εκπαιδευτικοί δυσκολεύονται να μιλήσουν.
Φοβούνται ότι θα χαρακτηριστούν «δύσκολοι», ότι θα βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση ως προς το ωρολόγιο πρόγραμμα, τις αναθέσεις ή τις υπηρεσιακές σχέσεις, ότι θα αντιμετωπίσουν διαρκή έλεγχο ή ότι μια σύγκρουση θα καταλήξει σε αναφορές και πειθαρχικές διαδικασίες.
Ο φόβος είναι ακόμη μεγαλύτερος για αναπληρωτές, νεοδιόριστους και εκπαιδευτικούς που δεν γνωρίζουν καλά το διοικητικό πλαίσιο ή δεν έχουν ισχυρή συνδικαλιστική στήριξη.
Έτσι δημιουργείται μια ιδιότυπη σιωπή: όλοι γνωρίζουν, όλοι αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά, αλλά ελάχιστοι είναι διατεθειμένοι να το καταγγείλουν επώνυμα.
Η ανάγκη νομικής στήριξης είναι πλέον κρίσιμη
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνδικαλιστική αλληλεγγύη είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί.
Ο εκπαιδευτικός που θεωρεί ότι υφίσταται αυθαίρετη ή κακοποιητική διοικητική συμπεριφορά χρειάζεται να γνωρίζει με σαφήνεια ποια είναι τα δικαιώματά του, τι μπορεί να ζητήσει εγγράφως, πότε μια εντολή πρέπει να αιτιολογείται, πώς μπορεί να προστατευθεί από εκδικητικές πρακτικές και σε ποιο θεσμικό όργανο μπορεί να προσφύγει.
Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται μόνιμη και προσβάσιμη νομική υποστήριξη των εκπαιδευτικών, όχι μόνο όταν μια υπόθεση έχει ήδη φτάσει σε μήνυση ή πειθαρχική διαδικασία, αλλά πολύ νωρίτερα, όταν εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια διοικητικής αυθαιρεσίας.
Οι εκπαιδευτικοί δεν μπορεί να αναγκάζονται να πληρώνουν μόνοι τους δικηγόρους για να μάθουν αν μια εντολή που δέχθηκαν είναι νόμιμη ή αν μια απειλή για πειθαρχική δίωξη έχει πραγματική βάση.
Χρειάζονται ασφαλείς δρόμοι καταγγελίας
Ένα σοβαρό θεσμικό πλαίσιο θα έπρεπε να εξασφαλίζει εμπιστευτικές και ασφαλείς διαδικασίες αναφοράς, χωρίς ο καταγγέλλων εκπαιδευτικός να φοβάται ότι την επόμενη ημέρα θα βρεθεί περισσότερο εκτεθειμένος μέσα στο ίδιο σχολείο.
Χρειάζεται επίσης ταχύτητα στη διερεύνηση, ώστε ούτε ένας διευθυντής να στιγματίζεται από αβάσιμες καταγγελίες ούτε ένας εκπαιδευτικός να παραμένει για μήνες εγκλωβισμένος σε ένα περιβάλλον καθημερινής πίεσης.
Το ζητούμενο δεν είναι να αντιμετωπιστεί η διοίκηση ως εχθρός του προσωπικού. Είναι να υπάρχουν κανόνες που προστατεύουν όλους.
Το σχολείο δεν μπορεί να λειτουργεί με φόβο
Ένας εκπαιδευτικός που πηγαίνει κάθε πρωί στο σχολείο με το άγχος της επόμενης σύγκρουσης με τη διοίκηση δεν μπορεί να δώσει το καλύτερο κομμάτι του στους μαθητές του.
Η ψυχολογική πίεση, η ανασφάλεια και η διαρκής αίσθηση ότι βρίσκεται υπό απειλή δεν μένουν στο γραφείο των καθηγητών. Περνούν στην τάξη, στις σχέσεις μεταξύ συναδέλφων και τελικά στη συνολική λειτουργία του σχολείου.
Γι’ αυτό η προστασία του εκπαιδευτικού απέναντι σε κακοποιητικές διοικητικές συμπεριφορές δεν αποτελεί «συντεχνιακό αίτημα».
Είναι ζήτημα δημοκρατικής λειτουργίας του δημόσιου σχολείου.
Και η Πολιτεία οφείλει να εξασφαλίσει ότι κανένας εκπαιδευτικός δεν θα βρίσκεται μόνος όταν χρειάζεται να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια, τα εργασιακά του δικαιώματα και τη νομιμότητα απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή αυθαιρεσίας.