Κάθε τάξη διδάσκει, πέρα από όσα γράφονται στο αναλυτικό πρόγραμμα, πότε επιτρέπεται να μιλήσεις και ποτέ οφείλεις να σωπάσεις, και αυτό το δεύτερο μάθημα είναι συχνά το πιο ανθεκτικό. Ας δούμε μια σκηνή. Γ΄ Γυμνασίου, μάθημα Ιστορίας. Η φιλόλογος εξηγεί τις αιτίες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ένα παιδί σηκώνει το χέρι και ρωτά: «Γιατί να θελήσει να πολεμήσει ένας άνθρωπος που πεινάει;» Η δασκάλα χαμογελά κουρασμένα: «Θα το δούμε στην επόμενη ενότητα.» Το παιδί κατεβάζει το χέρι και δεν ρωτά ποτέ ξανά, ούτε εκείνη τη μέρα ούτε, ίσως, ποτέ. Η σκηνή είναι φανταστική, αλλά κάθε εκπαιδευτικός την έχει ζήσει, από τη μία ή την άλλη πλευρά. Μου την υπενθύμισε το άρθρο του Χρήστου Κάτσικα στο Alfavita, για τους μαθητές που γίνονται «διακοσμητικά φυτά» και μαθαίνουν τη σιωπή ως δηθεν χρήσιμη κοινωνική δεξιότητα. Συμμερίζομαι την ανησυχία του και θα ήθελα να προσθέσω μια ανθρωπολογική οπτική, που ρωτά πού και πώς κατασκευάζεται αυτή η σιωπή.
Αν ο εκπαιδευτικός ήταν ανθρωπολόγος που μπαίνει σε μια τάξη, θα έβλεπε κάτι που μοιάζει με τελετουργικό: σηκώνω το χέρι, περιμένω τη σειρά μου, δεν διακόπτω, ρωτώ μόνο ό,τι «ταιριάζει» στο μάθημα. Τα παιδιά μαθαίνουν αυτούς τους κανόνες χωρίς να τους ονομάσει ρητά κανείς, όπως μαθαίνεται η συμπεριφορά σε κάθε κοινωνία, με την επανάληψη και μέσα από το βλέμμα των άλλων. Το σχολείο μπορεί έτσι να λειτουργεί ως τόπος μύησης που δεν παραδέχεται ότι είναι τέτοιος. Η φράση «θα το δούμε στην επόμενη ενότητα» μοιάζει με απλή διοικητική αναβολή, κι όμως διδάσκει στα παιδιά ότι οι ερωτήσεις έχουν τον δικό τους χρόνο και τόπο, και ότι οι δικές τους, όταν γεννιούνται, βρίσκονται εκτός προγράμματος. Η σιωπή που ακολουθεί δεν είναι έλλειμμα, είναι η κατάκτηση ενός κώδικα. Το παιδί έμαθε πολύ καλά το μάθημα, αλλά όχι εκείνο που γράφει το αναλυτικό πρόγραμμα.
Ο Paulo Freire μίλησε για «κουλτούρα της σιωπής» και περιέγραψε ένα πρότυπο εκπαίδευσης βασισμένο στην κατάθεση Γνώσης: ο δάσκαλος κάνει καταθέσεις Γνώσης και ο μαθητής είναι το κουτί όπου κατατίθενται, που τις φυλάει μέχρι τις εξετάσεις και τις επιστρέφει ως «ανάληψη». Σε ένα τέτοιο σύστημα η ερώτηση είναι ανωμαλία, γιατί ένα κουτί δεν ρωτά. Στη σκηνή μας το παιδί ρώτησε πραγματικά κάτι: ήθελε να καταλάβει τη σχέση ανάμεσα στην πείνα και στην πράξη. Εκείνη τη στιγμή παραγόταν η πιο ζωντανή Γνώση του μαθήματος, και ακριβώς αυτή αναβλήθηκε. Η σιωπή λοιπόν δεν είναι ατομικό ελάττωμα, ούτε ντροπαλότητα ούτε ανωριμότητα. Είναι προϊόν μιας δομής, και όσο την αποδίδουμε στον χαρακτήρα του παιδιού, αφήνουμε άθικτη τη δομή που την παράγει.
Εδώ βοηθά ο Pierre Bourdieu. Το παιδί δεν αισθάνεται ότι το φιμώνουν, αισθάνεται ότι «δεν ήταν η ώρα». Αυτό είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της συμβολικής βίας: ασκείται με τη συναίνεση εκείνου που την υφίσταται, επειδή η κυριαρχία εμφανίζεται ως φυσική τάξη των πραγμάτων. Με τον καιρό η υπακοή γίνεται habitus, μια δεύτερη φύση, ένας τρόπος να στέκεσαι, να μιλάς και να σωπαίνεις που δεν χρειάζεται πια ρητή εντολή. Αυτό απαντά και στο ερώτημα που αφήνει ανοιχτό ο Χρήστος Κάτσικας στο άρθρο του: ποιος παράγει θεσμικά τη σιωπή; Την παράγουν ένα πρόγραμμα που δεν έχει χώρο για την ερώτηση, μια βαθμολόγηση που ανταμείβει την ακριβή επανάληψη και μια ιεραρχία που περιμένει από τον δάσκαλο να ολοκληρώσει την ύλη. Κανείς δεν σιωπά κανέanst, κι όμως όλοι παραμένουν σιωπηλοί.
«Γίνε αυτός που είσαι μαθαίνοντας», λέει ο Πίνδαρος, και το βάρος πέφτει στη μάθηση: δεν γίνεσαι αυτός που είσαι μέσα από καταθέσεις, αλλά περνώντας από τη διαδικασία της μάθησης. Ο Πλάτων το κατάλαβε όταν έγραψε ότι η Παιδεία δεν βάζει όραση σε τυφλά μάτια, αλλά στρέφει ολόκληρη την ψυχή προς το φως. Ο Πλούταρχος, ίσως ο πρώτος μεγάλος παιδαγωγός της αρχαιότητας, το έκανε πράξη στους Βίους Παράλληλους: δεν κατέθετε κανόνες, πρόσφερε ανθρώπους για να τους παρατηρείς και να στοχάζεσαι πάνω τους.
Η Γνώση μοιάζει με τους περιστεριώνες της Τήνου: χτισμένους από πέτρα, με ανοίγματα απ' όπου τα πουλιά πετούν όπου και όποτε θέλουν, και επιστρέφουν επειδή εκεί βρίσκουν σπίτι. Το κλουβί φυλακίζει το πουλί και το μετατρέπει σε ιδιοκτησία, ενώ η Γνώση που φυλακίζεται παύει να είναι Γνώση. Αυτό υποστηρίζει και ο σύγχρονος Βραζιλιάνος παιδαγωγός Pedro Demo στα Educar pela pesquisa (Εκπαίδευση μέσω της έρευνας) και Saber pensar (Να ξέρεις να σκέφτεσαι): ο μαθητής ερευνά και ανασυγκροτεί, δεν παραλαμβάνει απλώς. Η απομνημόνευση χωρίς κατανόηση πεθαίνει, ό,τι ερευνάται ζει.
Η σιωπή, ωστόσο, δεν είναι πάντα σοφία. Το «λακωνίζειν ἐστὶ φιλοσοφεῖν» (Πλάτων, Πρωταγόρας) εξυμνεί τη βραχυλογία ως δείγμα ανώτερου πνεύματος, αλλά η σιωπή του μαθητή σπάνια είναι τέτοιου είδους. Συχνότερα πηγάζει από αιδημοσύνη ή αμηχανία, από τον φόβο μη φανεί ότι δεν ξέρει, μη γίνει ενοχλητικός ή μην αμφισβητήσει τον δάσκαλο, ακόμη και με μια ερώτηση που γεννιέται από γνήσια απορία. Μια τέτοια σιωπή στερεί από τον μαθητή την ελευθερία. Και το παιδί που μαθαίνει να φοβάται να ρωτά μπορεί να γίνει ο υποτακτικός πολίτης που δεν αμφισβητεί τίποτα. Η ελευθερία, αντίθετα, δεν είναι θόρυβος. Είναι η δυνατότητα να ρωτάς και, ταυτόχρονα, η δυνατότητα να επιλέγεις τη σιωπή: ένας ελεύθερος μαθητής μπορεί να μιλήσει όταν έχει κάτι να ρωτήσει και να σωπάσει όταν έχει κάτι να σκεφτεί. Η επιβεβλημένη σιωπή και η σιωπή που επιλέγεται διαφέρουν όσο η πειθαρχία από την ελευθερία.
Το ξέρω από πείρα. Μεγάλωσα σε ένα σχολείο όπου οι ερωτήσεις ήταν καλοδεχούμενες και οι καθηγητές φιλολογίας και γλώσσας, ιδίως, συζητούσαν καλοπροαίρετα όλες τις πιθανές ερμηνείες. Ένας ηλικιωμένος καθηγητής ενθάρρυνε μάλιστα ακόμη και τις άστοχες ερωτήσεις, λέγοντας: «Λες; Το νομίζεις; Ας το εξετάσουμε.» Έτσι έδινε στα παιδιά το θάρρος να μιλούν, και το κύρος του δεν μειωνόταν, επειδή ήθελε να μαθαίνει κι αυτός από τους μαθητές του. Αυτή είναι η ορθή παιδαγωγική της αυθεντίας.
Ο Πλούταρχος αφιέρωσε μια πραγματεία στην τέχνη του ακούειν, το "Περὶ τοῦ ἀκούειν", όπου λέει ότι ο νους δεν είναι δοχείο που πρέπει να γεμίσει αλλά ξύλα που περιμένουν να ανάψουν: ο ακροατής προσέχει, κρίνει και ρωτά. Στις τάξεις της Maria Montessori η σιωπή είναι ελεύθερη επιλογή μέσα σε ένα προετοιμασμένο περιβάλλον: το παιδί σωπαίνει επειδή συγκεντρώνεται, όχι επειδή φοβάται.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπαίνει σε αυτό το τοπίο σαν δίκοπο μαχαίρι. Από τη μία πλευρά, είναι μια εξαιρετικά αποτελεσματική μηχανή παροχής έτοιμης Γνώσης: μπορεί να δώσει μια απάντηση χωρίς να απαιτήσει από τον μαθητή να ερευνήσει, και απειλεί να τελειοποιήσει τον υπάκουο μαθητή που παραλαμβάνει χωρίς να διερευνά. Από την άλλη, η μηχανή δεν κουράζεται, δεν βιάζεται και δεν λέει ποτέ «θα το δούμε στην επόμενη ενότητα». Το παιδί που σώπασε στην τάξη μπορεί να τη ρωτήσει ό,τι θέλει, όσες φορές θέλει, χωρίς να φοβάται το βλέμμα των άλλων. Αν αυτό θα γίνει καρποφόρα διαδικασία ή απλώς μία ακόμη κατάθεση, εξαρτάται από τον δάσκαλο. Αν η ερώτηση γίνει αφετηρία έρευνας, η μηχανή γίνεται εργαλείο για το είδος της Παιδείας που υποστηρίζει ο Demo. Αλλιώς, γίνεται το τελειότερο κουτί αποθήκευσης που δημιούργησε ποτέ η ανθρωπότητα.
Θα κλείσω επιστρέφοντας στο παιδί που κατέβασε το χέρι. Δεν χρειάζεται να του πούμε να μιλά περισσότερο. Χρειαζόμαστε μια τάξη όπου ο Λόγος του έχει θέση, όπου η ερώτησή του δεν αναβάλλεται αλλά γίνεται αφετηρία, και όπου η σιωπή, όταν έρθει, θα είναι δική του επιλογή. Αυτή είναι η Παιδεία ως ελευθερία, και δεν τη βρίσκουμε σε διακηρύξεις αλλά στις μικρές καθημερινές πράξεις που περιγράφει ο Χρήστος Κάτσικας στο άρθρο του: στον δάσκαλο που ακούει, στον μαθητή που υπερασπίζεται έναν συμμαθητή του, στον γονιό που ακούει πριν κρίνει. Αφιερώνω αυτές τις γραμμές στον Pedro Demo, που αφιέρωσε μια ζωή στο να διδάσκει ότι ο μαθητής είναι υποκείμενο και όχι κουτί αποθήκευσης.
ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΣΓΟΥΝΗΣ
Δρ. ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΣΟΡΒΟΝΝΗΣ