Μια διαφορετική προσέγγιση στη διοίκηση των σχολείων περιγράφει η Ενδιάμεση Έκθεση Πορισμάτων του Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία, θέτοντας στο επίκεντρο τη μεγαλύτερη σχετική αυτονομία των σχολικών μονάδων, την αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων και την ουσιαστική υποστήριξη των εκπαιδευτικών που αναλαμβάνουν θέσεις ευθύνης.
Το κείμενο αναγνωρίζει ότι ο συγκεντρωτισμός, η γραφειοκρατία, η πολυνομία και η περιορισμένη ευελιξία δυσκολεύουν τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος, εμποδίζοντας τα σχολεία να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους και να ανταποκριθούν στις ιδιαίτερες ανάγκες των μαθητών και της τοπικής κοινωνίας.
Πρόκειται για πορίσματα και ανοιχτές επιλογές πολιτικής, όχι για αποφάσεις που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή, καθώς παραμένουν προς προσδιορισμό τόσο το εύρος της αποκέντρωσης όσο και οι όροι με τους οποίους θα συνδεθούν οι νέες αρμοδιότητες με τη λογοδοσία.
Το σχολείο ως φορέας συνδιαμόρφωσης εκπαιδευτικής πολιτικής
Κεντρική κατεύθυνση της έκθεσης είναι η μετεξέλιξη της σχολικής μονάδας από χώρο εφαρμογής κεντρικών αποφάσεων σε φορέα που συμμετέχει στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής, θέτει στόχους, οργανώνει το έργο του και αξιοποιεί στοιχεία από την καθημερινή λειτουργία του.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται οι αποφάσεις να στηρίζονται σε δεδομένα για τη μάθηση, τη σχολική ζωή, τη συμπερίληψη και την ευημερία των μαθητών, ενώ εξετάζεται περιορισμένη ευελιξία στο Αναλυτικό Πρόγραμμα, με κομβικό ρόλο του Συλλόγου Διδασκόντων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόταση για θεσμοθετημένο χρόνο συνεργασίας των εκπαιδευτικών, ώστε η ανταλλαγή πρακτικών, η ετεροπαρατήρηση και οι βιωματικές δράσεις να αποκτήσουν σταθερή θέση στην οργάνωση του σχολικού έργου.
Η σχολική μονάδα περιγράφεται έτσι ως ένας «οργανισμός που μαθαίνει», στον οποίο η επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών συνδέεται με την κοινή επεξεργασία των πραγματικών δυσκολιών της τάξης και την αναζήτηση κατάλληλων παρεμβάσεων.
Διευθυντές με υποστήριξη και λιγότερη γραφειοκρατία
Για τους διευθυντές και τις διευθύντριες, η έκθεση προκρίνει τη μετάβαση από έναν κυρίως διεκπεραιωτικό ρόλο σε ουσιαστικό διοικητικό και ηγετικό ρόλο, επισημαίνοντας ότι η επαγγελματική τους ανάπτυξη χαρακτηρίζεται σήμερα από αποσπασματικότητα και ασυνέχεια.
Η προτεινόμενη απάντηση περιλαμβάνει ένα συνεκτικό πλαίσιο επιλογής, υποστήριξης, επιμόρφωσης και κινήτρων, με συνεχή και πολυδιάστατη κατάρτιση σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, μέσα από προγράμματα του ΙΕΠ, του ΕΚΔΔΑ ή των πανεπιστημίων.
Παράλληλα, προτείνονται καθοδήγηση μέσω mentoring και περιφερειακά δίκτυα διευθυντών, τα οποία θα επιτρέπουν την ανταλλαγή εμπειριών, τη συνεργασία και την υποστήριξη κατά την αντιμετώπιση διοικητικών και παιδαγωγικών ζητημάτων.
Η μείωση του γραφειοκρατικού φόρτου και η θεσμοθέτηση γραμματειακής υποστήριξης χαρακτηρίζονται απαραίτητες, αναδεικνύοντας μια βασική προϋπόθεση της αλλαγής: για να αποκτήσει ο διευθυντής περισσότερο χρόνο για το εκπαιδευτικό έργο, πρέπει να περιοριστεί το βάρος της καθημερινής διοικητικής διεκπεραίωσης.
Αναβαθμισμένος ρόλος για τους υποδιευθυντές
Ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει η αναβάθμιση του υποδιευθυντή, ο οποίος προτείνεται να αποκτήσει ουσιαστικό πεδίο συνεργασίας, συντονισμού και υποστήριξης του εκπαιδευτικού έργου, μέσα από ένα σαφώς προσδιορισμένο «χαρτοφυλάκιο» αρμοδιοτήτων.
Στις δυνατότητες που αναφέρονται περιλαμβάνονται η υποστήριξη παρεμβάσεων στο Αναλυτικό Πρόγραμμα και στη συμπερίληψη, ενώ στα ΕΠΑΛ προβλέπεται ως πιθανό πεδίο δράσης η διασύνδεση με την αγορά εργασίας.
Η έκθεση θέτει επίσης προς εξέταση τη μείωση του διδακτικού ωραρίου και τη διαμόρφωση σαφούς πλαισίου συνεργασίας με τους Σχολικούς Συμβούλους, χωρίς να προσδιορίζει στο συγκεκριμένο απόσπασμα την έκταση ή τους όρους αυτών των αλλαγών.
Το κρίσιμο ερώτημα της ισότητας μεταξύ σχολείων
Η μεγαλύτερη αυτονομία συνοδεύεται από ένα ουσιαστικό δίλημμα, το οποίο η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει: πώς θα αποκτήσουν τα σχολεία μεγαλύτερα περιθώρια δράσης χωρίς να διευρυνθούν οι διαφοροποιήσεις και οι εκπαιδευτικές ανισότητες.
Ανοιχτά παραμένουν το εύρος της ευελιξίας στην αυτοαξιολόγηση, οι περιορισμένες παρεμβάσεις στο Αναλυτικό Πρόγραμμα και οι διαδικασίες λογοδοσίας για τις ευθύνες που θα μεταβιβάζονται στη σχολική μονάδα.
Αντίστοιχη αποσαφήνιση απαιτείται στη συνεργασία με τις οικογένειες και την κοινότητα, ώστε να ενισχύεται το σχολικό έργο με καθορισμένους ρόλους και θεσμικές εγγυήσεις, αποφεύγοντας ανταγωνισμούς ή σύγχυση στη διοίκηση.
Τέλος, για την επιλογή διευθυντών και στελεχών εξετάζονται η εκπαιδευτική και διοικητική εμπειρία, οι μεταπτυχιακοί τίτλοι και το επαγγελματικό έργο, με στόχο ένα σταθερότερο σύστημα ανάδειξης κατάλληλων προσώπων.