Ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα γύρω από τη λειτουργία των νέων μη κρατικών Ιατρικών Σχολών στην Ελλάδα φέρνει στο προσκήνιο η κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και καθηγήτρια Αιματολογίας, Ελένη Παπαδάκη: την κλινική εκπαίδευση των φοιτητών.
Μιλώντας στην εκπομπή «ΩΡΑ ΑΙΧΜΗΣ» της ΚΡΗΤΗ TV, η κ. Παπαδάκη εστίασε όχι στις εγκαταστάσεις ή στη θεωρητική κατάρτιση που θα παρέχουν οι νέες σχολές, αλλά σε αυτό που αποτελεί βασικό πυλώνα των σπουδών Ιατρικής: την εκπαίδευση δίπλα στον ασθενή και την επαφή με ένα μεγάλο εύρος πραγματικών περιστατικών.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται, σύμφωνα με την ίδια, το μεγάλο ερώτημα: πού θα κάνουν την κλινική τους άσκηση οι φοιτητές των ιδιωτικών Ιατρικών Σχολών και ποια περιστατικά θα έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν;
Το ερώτημα για τις ιδιωτικές κλινικές
Η κοσμήτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης εξέφρασε προβληματισμό για το κατά πόσο η εκπαίδευση σε ιδιωτικές κλινικές μπορεί να προσφέρει στους φοιτητές την ίδια έκθεση σε περιστατικά που συναντάται στα μεγάλα δημόσια νοσοκομεία.
Όπως επισήμανε, οι ιδιωτικές κλινικές δεν διαθέτουν τη δυναμική των μεγάλων δημόσιων νοσοκομείων, γεγονός που, κατά την εκτίμησή της, μπορεί να περιορίσει τις δυνατότητες απόκτησης γνώσεων και κλινικής εμπειρίας.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Ιατρική, όπου η εκπαίδευση δεν ολοκληρώνεται στο αμφιθέατρο. Ο φοιτητής καλείται να έρθει σε επαφή με διαφορετικές παθήσεις, επείγοντα και σύνθετα περιστατικά και, υπό την επίβλεψη έμπειρων γιατρών, να μεταφέρει στην πράξη όσα έχει διδαχθεί.
Έτσι, στο επίκεντρο μπαίνει πλέον το εύρος και η ποιότητα της κλινικής άσκησης που θα προσφέρουν τα νέα προγράμματα.
Πόση πρόσβαση θα έχουν οι φοιτητές στους ασθενείς; Ποιο θα είναι το εύρος των περιστατικών που θα παρακολουθούν; Και με ποιον τρόπο θα πιστοποιείται ότι, μέχρι την αποφοίτησή τους, έχουν αποκτήσει την απαιτούμενη κλινική εμπειρία;
Η εμπειρία από το αγγλόφωνο πρόγραμμα της Κρήτης
Η Ελένη Παπαδάκη αναφέρθηκε παράλληλα στην εμπειρία της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης από τη λειτουργία του αγγλόφωνου προγράμματος Ιατρικής, στο οποίο φοιτούν κάθε χρόνο 30 φοιτητές από διαφορετικές χώρες.
Όπως περιέγραψε, ακόμη και μέσα σε ένα ήδη οργανωμένο δημόσιο πανεπιστήμιο με υπάρχουσες εκπαιδευτικές και κλινικές δομές, απαιτείται σημαντική προσπάθεια προκειμένου οι φοιτητές του αγγλόφωνου προγράμματος να προσεγγίσουν το επίπεδο του ελληνόφωνου τμήματος, όπου η εισαγωγή πραγματοποιείται μέσω των Πανελλαδικών Εξετάσεων.
Η συγκεκριμένη εμπειρία, σύμφωνα με όσα ανέφερε, καταδεικνύει τις αυξημένες απαιτήσεις που συνοδεύουν τη λειτουργία ενός ολοκληρωμένου προγράμματος Ιατρικής και κυρίως την ανάγκη η θεωρητική διδασκαλία να συνοδεύεται από επαρκή πρακτική και κλινική εκπαίδευση.
Στο επίκεντρο οι εγγυήσεις για την εκπαίδευση των νέων γιατρών
Η παρέμβαση της κοσμήτορος μεταφέρει έτσι τη συζήτηση για τις νέες μη κρατικές Ιατρικές Σχολές σε ένα ιδιαίτερα πρακτικό πεδίο: τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα εκπαιδεύονται οι φοιτητές πριν αποκτήσουν το πτυχίο του γιατρού.
Πέρα από τα προγράμματα σπουδών και τις υποδομές, το κρίσιμο ζητούμενο είναι εάν θα εξασφαλίζεται επαρκής κλινική εμπειρία, πρόσβαση σε διαφορετικά περιστατικά και ουσιαστική εκπαίδευση σε πραγματικές συνθήκες περίθαλψης.
Γιατί στην περίπτωση της Ιατρικής, το ερώτημα για την ποιότητα ενός προγράμματος σπουδών δεν αφορά μόνο το πανεπιστήμιο και τους φοιτητές του. Αφορά τελικά και τους ασθενείς που οι σημερινοί φοιτητές θα κληθούν αύριο να περιθάλψουν.