Ένας αριθμός που με την πρώτη ματιά μοιάζει εντυπωσιακός αποτυπώνει τελικά ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο η ελληνική εκπαίδευση διαχειρίζεται εδώ και χρόνια τους ανθρώπους της: από τους 5.156 νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς που ανέλαβαν υπηρεσία φέτος, οι 1.353 έλαβαν μακροχρόνια άδεια, δηλαδή περίπου ένας στους τέσσερις, με τη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων να αφορά κύηση, λοχεία και ανατροφή παιδιού.
Ο αριθμός αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι οι αρχικά διαθέσιμες θέσεις ήταν 5.487, όμως για 228 από αυτές δεν κατέστη εφικτή η κάλυψη, ενώ ακολούθησαν και περιπτώσεις μη αποδοχής διορισμού ή παράτασης ορκωμοσίας. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν να φτάσουν στα σχολεία 5.156 νεοδιόριστοι και από αυτούς 1.353 να κάνουν χρήση μακροχρόνιας άδειας, ποσοστό περίπου 26,2%.
| Στοιχείο | Αριθμός |
|---|---|
| Προβλεπόμενες θέσεις μόνιμων διορισμών | 5.487 |
| Θέσεις που δεν κατέστη εφικτό να καλυφθούν | 228 |
| Νεοδιόριστοι που ανέλαβαν υπηρεσία | 5.156 |
| Νεοδιόριστοι σε μακροχρόνια άδεια | 1.353 |
| Ποσοστό επί των 5.156 | 26,2% |
| Αναλογία | περίπου 1 στους 4 |
Το πρώτο συμπέρασμα θα μπορούσε εύκολα να είναι ότι το εκπαιδευτικό σύστημα «χάνει» ξαφνικά ένα μεγάλο τμήμα του προσωπικού που μόλις διόρισε, όμως μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν όχι μόνο επιφανειακή αλλά και άδικη, γιατί πίσω από τον αριθμό βρίσκεται μια πραγματικότητα την οποία έχει αναδείξει επανειλημμένα και ο Χρήστος Κάτσικας: πολλοί από τους σημερινούς νεοδιόριστους, και κυρίως γυναίκες εκπαιδευτικοί, πέρασαν επί χρόνια από το καθεστώς της αναπλήρωσης, με συνεχείς μετακινήσεις, αβεβαιότητα για τον τόπο εργασίας και σαφώς πιο περιορισμένα δικαιώματα σε σχέση με τους μόνιμους.
Η μονιμοποίηση αλλάζει και τη δυνατότητα οικογενειακού προγραμματισμού
Για έναν άνθρωπο που επί δέκα ή και περισσότερα χρόνια αλλάζει κάθε Σεπτέμβριο περιοχή, δεν γνωρίζει αν την επόμενη χρονιά θα εργάζεται στην Αθήνα, σε νησί ή σε άλλη άκρη της χώρας και ζει διαρκώς με την αβεβαιότητα της επόμενης πρόσληψης, ο μόνιμος διορισμός δεν σημαίνει μόνο σταθερή εργασία.
Σημαίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα να σχεδιαστεί η προσωπική και οικογενειακή ζωή με στοιχειώδη ασφάλεια.
Ο Χρήστος Κάτσικας έχει επισημάνει ακριβώς αυτή τη διάσταση, υπογραμμίζοντας ότι πίσω από τις άδειες εγκυμοσύνης και ανατροφής των νεοδιόριστων δεν υπάρχει κάποιο «παράδοξο», αλλά συχνά μια ολόκληρη δεκαετία αναβολής προσωπικών αποφάσεων εξαιτίας της εργασιακής ανασφάλειας.
Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι αρκετές εκπαιδευτικοί αποκτούν παιδί ή κάνουν χρήση δικαιωμάτων μητρότητας και ανατροφής αμέσως μετά τη μονιμοποίησή τους, όταν για πρώτη φορά αποκτούν σταθερό εργοδότη, σταθερό καθεστώς και μια μεγαλύτερη δυνατότητα να οργανώσουν τη ζωή τους.
Οι αναπληρώτριες δεν είχαν τα ίδια δικαιώματα
Εδώ βρίσκεται και το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο.
Οι αναπληρώτριες εκπαιδευτικοί δεν ήταν χωρίς κανένα δικαίωμα σε άδεια κύησης και ανατροφής, είχαν όμως σαφώς πιο περιορισμένο πλαίσιο σε σχέση με τις μόνιμες. Η άδεια μητρότητας των αναπληρωτριών προβλέπει συνολικά 119 ημερολογιακές ημέρες, ενώ μετά τη λοχεία μπορεί να χορηγηθεί ειδική άδεια ανατροφής τριών μηνών και δεκαπέντε ημερών, εφόσον δεν χρησιμοποιείται μειωμένο ωράριο.
Αντίθετα, οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί υπάγονται στο ευρύτερο καθεστώς του Υπαλληλικού Κώδικα και διαθέτουν σημαντικότερες δυνατότητες για κύηση, λοχεία, ανατροφή και μακροχρόνιες άδειες.
Αυτή η διαφορά έχει πρακτικές συνέπειες.
Μια αναπληρώτρια που βρισκόταν σε επαπειλούμενη εγκυμοσύνη ή που χρειαζόταν μεγαλύτερο διάστημα για την ανατροφή του παιδιού της είχε επί χρόνια πολύ στενότερα περιθώρια από μια μόνιμη συνάδελφό της, με αποτέλεσμα η μονιμοποίηση να ανοίγει για πρώτη φορά πραγματικές δυνατότητες χρήσης δικαιωμάτων που προηγουμένως ήταν περιορισμένα ή πολύ δυσκολότερα να ασκηθούν.
Δεν είναι φετινό φαινόμενο
Το φαινόμενο δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά φέτος.
Για τους περίπου 10.000 νεοδιόριστους της προηγούμενης χρονιάς, 2.065 είχαν λάβει μακροχρόνια άδεια, κυρίως για λόγους κύησης, λοχείας και ανατροφής, δηλαδή περίπου δύο στους δέκα.
Η φετινή αναλογία, περίπου 26,2%, είναι ακόμη μεγαλύτερη και δείχνει ότι δεν πρόκειται για μια συγκυριακή ιδιομορφία αλλά για ένα σταθερό μοτίβο, το οποίο σχετίζεται άμεσα με το ηλικιακό προφίλ όσων διορίζονται έπειτα από πολλά χρόνια αναπλήρωσης και με τα διαφορετικά δικαιώματα που αποκτούν μετά τη μονιμοποίηση.
Το πρόβλημα δεν είναι η άδεια - είναι ο σχεδιασμός
Το εύκολο λάθος θα ήταν να παρουσιαστούν οι άδειες ως αιτία των προβλημάτων στελέχωσης των σχολείων.
Οι άδειες κύησης, λοχείας και ανατροφής δεν είναι προνόμιο ούτε «τρύπα» του συστήματος, αλλά θεμελιωμένα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα.
Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στον τρόπο με τον οποίο η διοίκηση σχεδιάζει τη στελέχωση σαν κάθε διορισμένος εκπαιδευτικός να είναι υποχρεωτικά διαθέσιμος όλο το σχολικό έτος, χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις απολύτως προβλέψιμες άδειες ενός προσωπικού στο οποίο μεγάλο μέρος βρίσκεται σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας.
Οι ίδιες οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης άλλωστε ζητούσαν ήδη από τον Αύγουστο από τους νεοδιόριστους να δηλώσουν αν πρόκειται να κάνουν χρήση άδειας μητρότητας, ανατροφής, επαπειλούμενης κύησης ή άλλης μακροχρόνιας άδειας, ακριβώς για να γίνει έγκαιρος προγραμματισμός.
Άρα το φαινόμενο ούτε απρόβλεπτο είναι ούτε αιφνιδιαστικό.
Μια ειρωνεία που λέει πολλά
Υπάρχει τελικά μια βαθιά ειρωνεία σε αυτή την εικόνα.
Το κράτος διατηρεί για χρόνια χιλιάδες εκπαιδευτικούς σε καθεστώς αναπλήρωσης, τους μετακινεί από περιοχή σε περιοχή, τους αφήνει με περιορισμένα δικαιώματα οικογενειακού προγραμματισμού και, όταν αυτοί επιτέλους μονιμοποιούνται και κάνουν χρήση των δικαιωμάτων που προβλέπει η νομοθεσία, εμφανίζεται ξανά η συζήτηση για το γιατί τόσοι πολλοί λείπουν από τα σχολεία.
Όμως το ερώτημα μάλλον πρέπει να τεθεί αντίστροφα.
Όχι γιατί 1.353 νεοδιόριστοι πήραν άδεια.
Αλλά γιατί ένα εκπαιδευτικό σύστημα περίμενε ότι άνθρωποι που έζησαν επί χρόνια σε επαγγελματική και οικογενειακή αναστολή δεν θα χρησιμοποιούσαν, μόλις αποκτούσαν μονιμότητα, τα δικαιώματα που η ίδια η πολιτεία τους αναγνωρίζει.
Γιατί η εγκυμοσύνη, η λοχεία και η ανατροφή παιδιών δεν είναι «κενά» στο σχολείο.
Είναι ζωή.
Και ένα σοβαρό εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να ξέρει να σχεδιάζει και γύρω από αυτήν.