Παρότι η σχολική ποδιά υπάρχει πλέον στα μουσεία σχολικής ζωής, η πρόταση επαναφοράς της ή η πρόταση για κάποιο είδος μαθητικής στολής ακούγεται συχνά επειδή μέσω αυτής προσεγγίζονται τα πιο συντηρητικά πολιτικά ακροατήρια.
Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η κοινή ενδυμασία περιορίζει τις κοινωνικές διακρίσεις και τον καταναλωτικό ανταγωνισμό. Μπορεί, όμως, ένα ρούχο να κρύψει την κοινωνική ανισότητα; Το πρόβλημα τελικά είναι ότι υπάρχουν ανισότητες ή ότι φαίνονται;
Όμως, οι παλιότεροι θυμόμαστε ότι και στις ποδιές υπήρχαν φίρμες, διαφορετικά υφάσματα, ποιότητες και τιμές.
Η ανισότητα βιώνεται από το παιδί καθημερινά στο σπίτι και στη γειτονιά. Τα παιδιά και οι έφηβοι ξέρουν αν οι γονείς τους μπορούν να ανταπεξέρθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, ποιοι συμμαθητές τους πήγαν και που διακοπές την στιγμή που οι ίδιοι πέρασαν το καλοκαίρι στο σπίτι τους, ποιοι έχουν οικονομική άνεση την ώρα που αυτοί πάνε χωρίς χαρτζιλίκι στο σχολείο.
Η ποδιά είχε, επιπλέον, έντονα έμφυλο χαρακτήρα. Στο Δημοτικό τη φορούσαν αγόρια και κορίτσια, αλλά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν υποχρέωση των μαθητριών.
Στις 6 Φεβρουαρίου 1982 καταργήθηκε η υποχρεωτική σχολική ποδιά, στο πλαίσιο του εκδημοκρατισμού του σχολείου και της αναγνώρισης της προσωπικότητας των μαθητών.
Στη μεγάλη πλειονότητα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχει γενική υποχρέωση στολής στα δημόσια σχολεία. Αποτελεί γενικευμένη πρακτική κυρίως στην Ιρλανδία, στη Μάλτα και στην Κύπρο. Αλλού συναντάται σε ορισμένα ιδιωτικά, θρησκευτικά ή μεμονωμένα δημόσια σχολεία, χωρίς να αποτελεί κανόνα του εκπαιδευτικού συστήματος.
Χώρες με ισχυρή δημόσια εκπαίδευση, όπως η Φινλανδία, η Σουηδία και η Δανία, δεν επιδιώκουν την ισότητα μέσω της ενδυματολογικής ομοιομορφίας. Επενδύουν στην πραγματική ισότητα που σημαίνει διεύρυνση ευκαιριών μέσω της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης και άμβλυνση των ανισοτήτων μέσω της κοινωνικής πολιτικής.