«Μέσα στο φως φτάνουν εκείνοι που μπορείς να συγκινήσεις» είχε πει ο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας Μπέρτολτ Μπρεχτ: Και είναι αλήθεια. Πρώτα αγγίζεις την ψυχή και μετά αλλάζεις τον άνθρωπο. Και για να θελήσει, πρέπει κάτι να έχει συμβεί μέσα του. Να έχει συγκινηθεί.
Αυτή ίσως είναι και η σημαντικότερη λέξη της φράσης. Η συγκίνηση δεν σημαίνει απαραίτητα δάκρυ. Σημαίνει κίνηση της ψυχής. Κάτι που βλέπουμε, ακούμε ή ζούμε καταφέρνει για λίγο να σπάσει το κέλυφος μέσα στο οποίο κινούμαστε καθημερινά και να μας κάνει να αισθανθούμε διαφορετικά. Μια θεατρική παράσταση, ένα βιβλίο, ένα τραγούδι, μια εικόνα, μια ιστορία, ακόμη και μια φράση μπορούν ξαφνικά να ανοίξουν μια χαραμάδα εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε βεβαιότητα. Και από αυτή τη χαραμάδα μπορεί να περάσει το φως.
Δεν είναι τυχαίο ότι δίπλα στη συγκίνηση βρίσκεται η διασκέδαση. Για πολύ καιρό αντιμετωπίσαμε τη διασκέδαση σαν κάτι «κατώτερο» από τη σοβαρή τέχνη ή τη σοβαρή γνώση. Σαν να πρέπει οτιδήποτε αξιόλογο να είναι δύσκολο, βαρύ, αυστηρό. Όμως ο άνθρωπος ανοίγεται όταν απολαμβάνει. Χαμηλώνει τις άμυνές του. Αφήνεται. Γελά. Παίζει. Ξεχνά για λίγο ότι κάποιος προσπαθεί να του «διδάξει» κάτι. Και τότε ακριβώς μπορεί να μάθει κάτι πολύ σημαντικό.
Αυτό το γνώριζε βαθιά και το μεγάλο θέατρο. Ο Αριστοφάνης μπορούσε να κάνει τον θεατή να ξεκαρδίζεται και, σχεδόν χωρίς εκείνος να το αντιλαμβάνεται, να τον βάζει να κοιτάζει την κοινωνία, την εξουσία, τον πόλεμο και τον ίδιο του τον εαυτό. Η διασκέδαση δεν ήταν φυγή από την πραγματικότητα. Ήταν ένας άλλος δρόμος για να επιστρέψει κανείς σε αυτήν με πιο καθαρό βλέμμα.Και ύστερα έρχεται το τρίτο ρήμα: «να τους αλλάξεις».Εδώ βρίσκεται ίσως ο πραγματικός προορισμός της εκπαίδευσης. Όχι να δώσει έτοιμες απαντήσεις. Όχι να υποδείξει στον μαθητή τι πρέπει να πιστεύει. Αλλά να τον προβληματίσει. Να μην τον αφήσει ακριβώς ίδιο με εκείνον που ήταν πριν.
Μια πραγματικά μεγάλη παράσταση δεν τελειώνει όταν πέφτει η αυλαία. Ένα σπουδαίο βιβλίο δεν τελειώνει στην τελευταία του σελίδα. Ένα ποίημα μπορεί να έχει μόλις δέκα στίχους και να συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας επί δεκαετίες.Γιατί κάτι μετακίνησε.
Κι εδώ η σκέψη συναντά βαθιά τη φιλοσοφία του Κάρολου Κουν. Ο ιδρυτής του Θεάτρου Τέχνης δεν αντιμετώπιζε το θέατρο ως αυτοσκοπό. Έλεγε χαρακτηριστικά πως δεν κάνουμε θέατρο απλώς «για το θέατρο», αλλά για να πλουτίσουμε τον εαυτό μας και το κοινό και να συμβάλουμε όλοι μαζί στη δημιουργία ενός ψυχικά πλουσιότερου πολιτισμού.Αυτή είναι μια τεράστια διαφορά.
Η τέχνη δεν υπάρχει απλώς για να επιδεικνύει την ομορφιά της. Υπάρχει για να συναντήσει κάποιον.
Ακριβώς το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για την εκπαίδευση. Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να γνωρίζει άριστα το αντικείμενό του, να έχει οργανώσει τέλεια το μάθημα, να παρουσιάζει σωστά όλες τις πληροφορίες και παρ’ όλα αυτά να μην έχει φτάσει πραγματικά στους μαθητές του. Γιατί η γνώση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται μια γέφυρα.Η γέφυρα μπορεί να είναι μια ιστορία.Ένα αστείο.Ένα παιχνίδι.Μια εικόνα.Μια ανατροπή.Ένα «φανταστείτε ότι…».
Μια στιγμή που θα κάνει τον μαθητή να σηκώσει το βλέμμα του και να θέλει να μάθει τι ακολουθεί.
Και τότε η εκπαίδευση συναντά την τέχνη: δεν προσπαθεί απλώς να μεταφέρει πληροφορίες αλλά να δημιουργήσει εμπειρίες.
Γιατί ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από την επικοινωνία. Νομίζουμε ότι αλλάζουμε τους ανθρώπους μιλώντας περισσότερο. Εξηγώντας καλύτερα. Επιχειρηματολογώντας δυνατότερα. Όμως ο άνθρωπος σπάνια αλλάζει επειδή κάποιος τον νίκησε σε μια συζήτηση. Αλλάζει όταν κάτι τον άγγιξε τόσο βαθιά ώστε να αρχίσει μόνος του να κοιτάζει διαφορετικά.
Γι’ αυτό και το «φως» της φράσης δεν πρέπει ίσως να το φανταστούμε ως έναν τόπο στον οποίο ο καλλιτέχνης, ο δάσκαλος ή ο δημιουργός σέρνει τον άλλον. Είναι περισσότερο μια στιγμή αποκάλυψης. Η στιγμή που κάποιος βλέπει κάτι που υπήρχε πάντοτε μπροστά του, αλλά μέχρι τότε δεν μπορούσε να το δει. Και για να συμβεί αυτό χρειάζονται τρία πράγματα: συγκίνηση, χαρά και μετακίνηση. Πρώτα αγγίζεις την καρδιά.Ύστερα κρατάς τον άνθρωπο κοντά σου.Και μόνο τότε μπορείς να του δείξεις έναν διαφορετικό τρόπο να κοιτάζει τον κόσμο.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το βαθύτερο νόημα κάθε μεγάλης τέχνης — αλλά και κάθε μεγάλης διδασκαλίας:
Δεν δείχνεις απλώς στους ανθρώπους το φως. Δημιουργείς μέσα τους την επιθυμία να περπατήσουν προς αυτό.