Υπάρχουν στιγμές μέσα σε μια σχολική αίθουσα που κάτι αλλάζει σχεδόν μαγικά. Τα θρανία παύουν να είναι απλώς θρανία, ο πίνακας γίνεται παράθυρο σε έναν άλλο κόσμο, ο δάσκαλος αφήνει για λίγο τον συνηθισμένο του ρόλο και τα παιδιά δεν είναι πλέον μαθητές που περιμένουν να ακούσουν τη σωστή απάντηση. Γίνονται ταξιδιώτες, επιστήμονες, ήρωες ενός παραμυθιού, δημοσιογράφοι, εξερευνητές, πρόσωπα μιας άλλης εποχής. Η τάξη μεταμορφώνεται σε σκηνή και η μάθηση σε εμπειρία. Αυτό ακριβώς μπορεί να προσφέρει το θεατρικό παιχνίδι στην εκπαίδευση.
Το παιχνίδι βρίσκεται στη φύση του παιδιού. Πολύ πριν μάθει να διαβάζει ή να γράφει, το παιδί μαθαίνει παίζοντας. Παίρνει ένα αντικείμενο και το μεταμορφώνει με τη φαντασία του σε κάτι άλλο, υποδύεται τον γιατρό, τον δάσκαλο, τον γονιό, έναν ήρωα, δημιουργεί ιστορίες, αλλάζει φωνές, κινείται, παρατηρεί και μιμείται. Μέσα από αυτή τη διαδικασία προσπαθεί ουσιαστικά να κατανοήσει τον κόσμο. Γι' αυτό και όταν το παιχνίδι περνά οργανωμένα μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία, δεν αποτελεί ένα «διάλειμμα» από τη μάθηση. Μπορεί να γίνει ένας από τους πιο φυσικούς δρόμους προς αυτήν.
Το θεατρικό παιχνίδι απελευθερώνει. Δίνει στο παιδί την ευκαιρία να μιλήσει χωρίς να αισθάνεται ότι εξετάζεται, να κινηθεί χωρίς να του ζητείται συνεχώς να παραμένει ακίνητο, να χρησιμοποιήσει το πρόσωπο, τα χέρια, τη φωνή και ολόκληρο το σώμα του για να μεταδώσει ένα μήνυμα. Μαθαίνει ότι επικοινωνία δεν είναι μόνο οι λέξεις. Είναι το βλέμμα, η στάση του σώματος, η απόσταση από τον άλλον, ο τόνος της φωνής, η σιωπή, η έκφραση.
Και ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες παιδαγωγικές του αξίες: δίνει χώρο και σε εκείνα τα παιδιά που δεν λάμπουν απαραίτητα με τον παραδοσιακό τρόπο μέσα στην τάξη. Το παιδί που δυσκολεύεται να γράψει μια άψογη παράγραφο μπορεί να έχει εκπληκτική εκφραστικότητα. Εκείνο που διστάζει να σηκώσει το χέρι μπορεί να μεταμορφωθεί όταν μπει σε έναν ρόλο. Ένα παιδί με ιδιαίτερη μουσική, κινητική, διαπροσωπική ή γλωσσική ευαισθησία μπορεί να βρει έναν διαφορετικό δρόμο συμμετοχής. Με αυτή την έννοια, το θεατρικό παιχνίδι συνομιλεί θαυμάσια με την ιδέα ότι τα παιδιά δεν έχουν έναν και μοναδικό τρόπο να είναι «έξυπνα», αλλά διαφορετικές δυνατότητες και τρόπους με τους οποίους αντιλαμβάνονται, εκφράζουν και οργανώνουν την εμπειρία τους.
Ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο είναι το role playing, το παιχνίδι ρόλων. Αντί ένα παιδί να διαβάζει απλώς για ένα γεγονός, καλείται να το ζήσει συμβολικά. Στο μάθημα της Ιστορίας μπορεί να γίνει ένας πολίτης της αρχαίας Αθήνας που πρέπει να αποφασίσει για ένα σημαντικό ζήτημα. Στη Γλώσσα μπορεί να γίνει δημοσιογράφος που παίρνει συνέντευξη από έναν ήρωα ενός βιβλίου. Στη Μελέτη Περιβάλλοντος μπορεί να συμμετέχει σε ένα υποθετικό δημοτικό συμβούλιο που συζητά πώς θα προστατεύσει ένα δάσος. Στα Αγγλικά μπορεί να βρίσκεται ξαφνικά σε ένα αεροδρόμιο, σε ένα κατάστημα ή σε ένα εστιατόριο και να χρειάζεται πραγματικά –έστω μέσα στη φανταστική συνθήκη– να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα για να επικοινωνήσει.
Έτσι η γνώση αποκτά σκοπό. Η ξένη γλώσσα δεν είναι πλέον μια σειρά από κανόνες γραμματικής, η Ιστορία δεν είναι ένας κατάλογος ημερομηνιών και η Λογοτεχνία δεν περιορίζεται στην αναζήτηση της «σωστής ερμηνείας». Τα παιδιά μπαίνουν μέσα στη γνώση.
Ακόμη πιο συναρπαστική είναι η τεχνική του teacher in role, του δασκάλου που μπαίνει και ο ίδιος στον ρόλο. Ο εκπαιδευτικός δεν στέκεται απέναντι από τα παιδιά για να τους εξηγήσει τι πρόκειται να συμβεί. Γίνεται μέρος της ιστορίας. Μπορεί να εμφανιστεί ως ένας φοβισμένος εξερευνητής που χρειάζεται τη βοήθειά τους, ως ένας βασιλιάς που πρέπει να πάρει μια δύσκολη απόφαση, ως ένας επιστήμονας που έχει ένα πρόβλημα να λύσει ή ακόμη ως ένας χαρακτήρας ενός λογοτεχνικού έργου.
Και τότε συμβαίνει κάτι σπουδαίο: η παραδοσιακή σχέση «ο δάσκαλος ξέρει – ο μαθητής απαντά» ανατρέπεται προσωρινά. Τα παιδιά καλούνται να πάρουν πρωτοβουλία, να προτείνουν, να επιχειρηματολογήσουν, να συνεργαστούν και να βοηθήσουν ακόμη και τον ίδιο τον δάσκαλο-χαρακτήρα. Δεν αναζητούν πλέον μόνο την απάντηση που εκείνος περιμένει να ακούσει. Αναζητούν λύση σε ένα πρόβλημα που, για όσο διαρκεί το παιχνίδι, μοιάζει αληθινό.
Το θέατρο καλλιεργεί επίσης κάτι που το σχολείο χρειάζεται ίσως περισσότερο από ποτέ: την ικανότητα να μπαίνουμε στη θέση του άλλου. Όταν ένα παιδί καλείται να υποδυθεί έναν άνθρωπο με διαφορετικές σκέψεις, φόβους και επιθυμίες, εξασκείται στην ενσυναίσθηση. Πρέπει να αναρωτηθεί: «Πώς αισθάνεται; Γιατί συμπεριφέρεται έτσι; Τι θα έλεγε; Τι θα φοβόταν;». Αυτή η μικρή μετατόπιση από το «εγώ» προς τον «άλλον» είναι ένα τεράστιο μάθημα ζωής.
Παράλληλα, μέσα από τη συνεργασία μιας θεατρικής ομάδας τα παιδιά μαθαίνουν ότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει μόνος του μια κοινή ιστορία. Πρέπει να ακούσουν, να περιμένουν, να παρατηρήσουν, να ανταποκριθούν, να δώσουν χώρο στον άλλον και ταυτόχρονα να διεκδικήσουν δημιουργικά τον δικό τους. Μαθαίνουν δηλαδή κοινωνικές δεξιότητες χωρίς να χρειάζεται κάποιος να τους κάνει διάλεξη γι' αυτές.
Και, πάνω απ' όλα, μαθαίνουν χωρίς να χάνουν τη χαρά!
Γιατί η εκπαίδευση δεν χρειάζεται πάντοτε περισσότερα φύλλα εργασίας, περισσότερες ασκήσεις και περισσότερη αποστήθιση. Χρειάζεται και στιγμές όπου τα παιδιά θα σηκωθούν από την καρέκλα, θα γελάσουν, θα φανταστούν, θα κινηθούν, θα δοκιμάσουν, θα κάνουν λάθος και θα ξαναδοκιμάσουν. Χρειάζεται χώρους όπου ένα παιδί θα μπορεί να ανακαλύψει όχι μόνο τι γνωρίζει, αλλά και ποιος μπορεί να γίνει.
Αυτό είναι ίσως το μικρό θαύμα του θεατρικού παιχνιδιού. Για λίγη ώρα, η σχολική αίθουσα παύει να έχει τέσσερις τοίχους. Μπορεί να γίνει δάσος, καράβι, αρχαία πόλη, δικαστήριο, διαστημόπλοιο, αγορά ή ένας κόσμος που δεν έχει ακόμη υπάρξει.
Και όταν ένα παιδί έχει τη δυνατότητα να ταξιδεύει έτσι μέσα στη γνώση, τότε το μάθημα δεν αποθηκεύεται απλώς στη μνήμη του.
Γίνεται κομμάτι της ζωής του.