Ανάμεσα στις χιλιάδες λέξεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας υπάρχουν ορισμένες που, αν και δεν χρησιμοποιούνται πλέον στην καθημερινότητα, εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν με τη δύναμη και την ακρίβεια της σημασίας τους. Μία από αυτές είναι η «ἀποσεσηπότα», μια λέξη που δεν δηλώνει απλώς κάτι φθαρμένο, αλλά περιγράφει την πλήρη αποσύνθεση.
Η «ἀποσεσηπότα» αποτελεί παρακείμενη μετοχή του ρήματος ἀποσήπω, το οποίο σημαίνει «σαπίζω ολοκληρωτικά» ή «αποσυντίθεμαι πλήρως». Η χρήση της εντοπίζεται ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Θουκυδίδη, ο οποίος τη χρησιμοποιεί στις περιγραφές του για τον λοιμό της Αθήνας, αποδίδοντας με έντονο τρόπο τη σωματική φθορά και την εικόνα της εγκατάλειψης.
Μια λέξη που ξεπέρασε την κυριολεκτική σημασία της
Με την πάροδο των αιώνων, η σημασία της λέξης διευρύνθηκε. Πέρα από την κυριολεκτική αναφορά στη σήψη, χρησιμοποιείται συχνά μεταφορικά για να περιγράψει πρόσωπα, θεσμούς, ιδέες ή καταστάσεις που έχουν φτάσει σε σημείο οριστικής παρακμής, χωρίς δυνατότητα ανάκαμψης.
Γι' αυτό και σε φιλοσοφικά, ιστορικά αλλά και πολιτικά κείμενα, η «ἀποσεσηπότα» αποτελεί μια ιδιαίτερα ισχυρή λέξη, που αποδίδει την έννοια της πλήρους φθοράς με τρόπο λιτό αλλά ιδιαίτερα εκφραστικό.
Παρότι σπάνια συναντάται στη σύγχρονη γλώσσα, η λέξη εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον, καθώς αποτυπώνει με μία μόνο έκφραση μια κατάσταση απόλυτης αποσύνθεσης. Είναι ένα ακόμη παράδειγμα του πλούτου της αρχαίας ελληνικής, όπου μία λέξη μπορεί να μεταφέρει έννοιες και εικόνες που δύσκολα αποδίδονται με την ίδια ακρίβεια σήμερα.
Ετυμολογία
Η λέξη προέρχεται από:
- ἀπο- = πλήρως, ολοκληρωτικά
- σήπω = σαπίζω
Έτσι, «ἀποσεσηπότα» σημαίνει κυριολεκτικά «αυτόν που έχει σαπίσει ή αποσυντεθεί ολοκληρωτικά».