Την ώρα που η Πολιτεία προωθεί τη σύνδεση του δημόσιου σχολείου με το Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας (ΚΠΓ), μια λιγότερο γνωστή πραγματικότητα αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του συστήματος διδασκαλίας της Β΄ Ξένης Γλώσσας.
Από τη μία πλευρά, μαθητές από κάθε γωνιά της Ελλάδας προετοιμάζονται αποκλειστικά μέσα από το δημόσιο σχολείο για τις εξετάσεις του ΚΠΓ στα Γερμανικά, χωρίς ιδιαίτερα μαθήματα και χωρίς φροντιστήριο, κατακτώντας με επιτυχία την πιστοποίηση.
Από την άλλη, χιλιάδες παιδιά που επιλέγουν τα Γερμανικά ως Β΄ Ξένη Γλώσσα δεν τα διδάσκονται ποτέ, επειδή το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δεν επιτρέπει τη δημιουργία των αντίστοιχων τμημάτων.
Πρόκειται για μια αντίφαση που θέτει ερωτήματα σχετικά με την ισότιμη πρόσβαση των μαθητών στη δημόσια εκπαίδευση.
Όταν το δημόσιο σχολείο αποδεικνύει τις δυνατότητές του
Η εικόνα ότι η απόκτηση πιστοποιητικού ξένης γλώσσας προϋποθέτει φροντιστήριο δεν επιβεβαιώνεται πάντα.
Σε πολλές σχολικές μονάδες της χώρας, μαθητές προετοιμάζονται αποκλειστικά από τους καθηγητές Γερμανικής του δημόσιου σχολείου και συμμετέχουν με επιτυχία στις εξετάσεις του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας.
Πίσω από αυτές τις επιτυχίες βρίσκονται εκπαιδευτικοί που εργάζονται συχνά ως αναπληρωτές, αλλάζοντας σχεδόν κάθε χρόνο σχολείο ή ακόμη και περιοχή, χωρίς σταθερότητα και χωρίς να γνωρίζουν αν θα συνεχίσουν το έργο τους την επόμενη χρονιά.
Παρά τις δυσκολίες, καταφέρνουν να δημιουργήσουν ομάδες μαθητών που αποκτούν πιστοποιημένη γνώση της γερμανικής γλώσσας αποκλειστικά μέσα από το δημόσιο σχολείο.
Η μεγάλη αντίφαση
Την ίδια στιγμή, το ίδιο το σύστημα δεν διασφαλίζει ότι κάθε μαθητής θα διδαχθεί τη γλώσσα που ο ίδιος επέλεξε.
Οι ισχύουσες υπουργικές αποφάσεις προβλέπουν ότι η δημιουργία τμημάτων Β΄ Ξένης Γλώσσας εξαρτάται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και τον αριθμό των μαθητών. Έτσι, ακόμη και όταν οι γονείς και οι μαθητές επιλέγουν τα Γερμανικά, η επιλογή αυτή συχνά δεν υλοποιείται.
Η εικόνα στην Αττική
Τα στοιχεία της Τοπικής Επιτροπής Πειραιά της Πανελλήνιας Ένωσης Καθηγητών Γερμανικής Γλώσσας (ΠΕΚΑΓΕΠΕ) είναι αποκαλυπτικά.
| Στοιχείο | Δεδομένα |
|---|---|
| Μαθητές που επέλεξαν Γερμανικά ως Β΄ Ξένη Γλώσσα | 6.850 |
| Μαθητές που τελικά διδάχθηκαν άλλη γλώσσα | 6.850 |
| Περιοχή | Αττική |
| Περίοδος | Τελευταία δύο σχολικά έτη |
Με άλλα λόγια, χιλιάδες μαθητές δεν είχαν τη δυνατότητα να διδαχθούν τη γλώσσα που οι ίδιοι επέλεξαν.
Το ενδιαφέρον για τα Γερμανικά παραμένει υψηλό
Το γεγονός αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνδυαστεί με τα στοιχεία του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας.
Α΄ Εξεταστική Περίοδος ΚΠΓ 2026
| Γλώσσα | Υποψήφιοι |
| Γερμανικά | 2.934 |
| Θέση μεταξύ των γλωσσών | 1η |
Η γερμανική γλώσσα συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό υποψηφίων μεταξύ όλων των γλωσσών του ΚΠΓ, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ζήτηση όχι μόνο παραμένει ισχυρή, αλλά αυξάνεται.
Οι αριθμοί που αξίζει να δοθούν στη δημοσιότητα
Η ΠΕΚΑΓΕΠΕ επισημαίνει ότι η πραγματική εικόνα μπορεί να αποτυπωθεί ακόμη καλύτερα μέσα από πανελλαδικά στοιχεία σχετικά με:
- τις οργανικές θέσεις των κλάδων ΠΕ05 (Γαλλικής) και ΠΕ07 (Γερμανικής),
- τους μόνιμους διορισμούς ανά ειδικότητα,
- τα λειτουργικά κενά,
- τις προσλήψεις αναπληρωτών,
- τη συμμετοχή και τις επιτυχίες των μαθητών στο Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας.
Τα στοιχεία αυτά μπορούν να αναδείξουν κατά πόσο η κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού ανταποκρίνεται στις πραγματικές επιλογές των μαθητών.
Το ερώτημα που ζητά απάντηση
Το θέμα δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς της Γερμανικής.
Αφορά το δικαίωμα κάθε μαθητή να διδαχθεί τη γλώσσα που επιλέγει και την υποχρέωση της Πολιτείας να διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στη γνώση.
Οι ιστορίες μαθητών που απέκτησαν πιστοποίηση αποκλειστικά μέσα από το δημόσιο σχολείο αποδεικνύουν ότι οι δυνατότητες υπάρχουν.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό:
Αν το δημόσιο σχολείο μπορεί να οδηγήσει μαθητές στην επιτυχία ακόμη και μέσα σε τόσο δύσκολες συνθήκες, τι θα μπορούσε να πετύχει εάν οι εκπαιδευτικοί είχαν σταθερές οργανικές θέσεις, επαρκή στελέχωση και οι μαθητές είχαν πραγματικά τη δυνατότητα να διδαχθούν τη γλώσσα που επέλεξαν;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο τους καθηγητές Γερμανικής. Αφορά συνολικά την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης και το κατά πόσο το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες και επιλογές των μαθητών.