Την λέξη αλώβητος την χρησιμοποιούμε πολύ συχνά για να περιγράψουμε κάποιον ή μία κατάσταση.
Ετυμολογία: αλώβητος < (ελληνιστική κοινή) ἀλώβητος < α- + αρχαία ελληνική λωβάομαι / λωβῶμαι < λώβη
Σημασία: Αυτός που δεν έχει πάθει φυσική ή ηθική ζημιά, ο ακέραιος, ο σώος, που δεν τραυματίστηκε / που δεν υπέστη ηθική μείωση (αλώβητη φήμη)
Συνώνυμα: αβλαβής, ακέραιος, άτρωτος
Παράδειγμα: Μνημείο αλώβητο από το χρόνο και τους ανθρώπους
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Ρεύμα: Η ηλεκτρική συσκευή που μπορεί να καίει όσο 65 ψυγεία μαζί
Πανελλήνιες 2026: Θέματα, Λύσεις, Αποτελέσματα και Bάσεις στο google
Alfavita Newsroom