Την λέξη αλώβητος την χρησιμοποιούμε πολύ συχνά για να περιγράψουμε κάποιον ή μία κατάσταση.
Ετυμολογία: αλώβητος < (ελληνιστική κοινή) ἀλώβητος < α- + αρχαία ελληνική λωβάομαι / λωβῶμαι < λώβη
Σημασία: Αυτός που δεν έχει πάθει φυσική ή ηθική ζημιά, ο ακέραιος, ο σώος, που δεν τραυματίστηκε / που δεν υπέστη ηθική μείωση (αλώβητη φήμη)
Συνώνυμα: αβλαβής, ακέραιος, άτρωτος
Παράδειγμα: Μνημείο αλώβητο από το χρόνο και τους ανθρώπους
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Κλειστά σχολεία αύριο Δευτέρα 12/1 λόγω κακοκαιρίας
Πώς λέγεται το «βίντεο» στα ελληνικά;
Επιστροφή ενοικίου: Ποιοι εκπαιδευτικοί εισπράττουν έως 2.850 ευρώ χωρίς αίτηση
Λογαριασμοί ρεύματος 2026: Πώς θα πάρετε έκπτωση έως 70% με μία αίτηση
Alfavita Newsroom