Την λέξη αλώβητος την χρησιμοποιούμε πολύ συχνά για να περιγράψουμε κάποιον ή μία κατάσταση.
Ετυμολογία: αλώβητος < (ελληνιστική κοινή) ἀλώβητος < α- + αρχαία ελληνική λωβάομαι / λωβῶμαι < λώβη
Σημασία: Αυτός που δεν έχει πάθει φυσική ή ηθική ζημιά, ο ακέραιος, ο σώος, που δεν τραυματίστηκε / που δεν υπέστη ηθική μείωση (αλώβητη φήμη)
Συνώνυμα: αβλαβής, ακέραιος, άτρωτος
Παράδειγμα: Μνημείο αλώβητο από το χρόνο και τους ανθρώπους
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Τι σημαίνει η λέξη «φανφάρα» και από πού προέρχεται
Εκπαιδευτικοί: Πότε θα πιστωθεί στο λογαριασμό τους η μισθοδοσία
Μειώσεις στη στρατιωτική θητεία: Πόσους μήνες θα υπηρετούν οι φαντάροι με τον νέο νόμο
Alfavita Newsroom