Στις 11 Φεβρουαρίου 1917, ο Αντόνιο Γκράμσι διατύπωσε ένα από τα πιο γνωστά και διαχρονικά κείμενά του, με τίτλο «Μισώ τους αδιάφορους». Μέσα από αυτό, άσκησε έντονη κριτική στην παθητικότητα των ανθρώπων και ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει η στάση των πολιτών στην εξέλιξη της Ιστορίας.
Για τον Γκράμσι, η αδιαφορία δεν αποτελεί μια αθώα επιλογή ούτε μια ουδέτερη στάση απέναντι στα γεγονότα. Αντίθετα, μπορεί να αφήσει χώρο σε αποφάσεις, πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που διαμορφώνουν τη ζωή όλων, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο ή συμμετοχή από την πλευρά της κοινωνίας.
Όταν η σιωπή αφήνει χώρο στους λίγους
Η κεντρική ιδέα του κειμένου είναι σαφής: η Ιστορία δεν γράφεται αποκλειστικά από μεγάλες προσωπικότητες ή από εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία. Διαμορφώνεται και από τις επιλογές, τις παραλείψεις και τη στάση των καθημερινών ανθρώπων.
Όταν οι πολίτες αποσύρονται από τα κοινά, αδιαφορούν για όσα συμβαίνουν γύρω τους ή θεωρούν ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, οι αποφάσεις καταλήγουν να λαμβάνονται από έναν περιορισμένο αριθμό ανθρώπων. Έτσι, η απουσία συμμετοχής δεν αφήνει τα πράγματα ανεπηρέαστα· μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση καταστάσεων που διαφορετικά θα συναντούσαν αντίσταση.
Ο Γκράμσι αμφισβητεί, επομένως, την αντίληψη ότι οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις αποτελούν αναπόφευκτα αποτελέσματα μιας απρόσωπης μοίρας. Επισημαίνει ότι πίσω από πολλά γεγονότα βρίσκονται ανθρώπινες αποφάσεις, αλλά και η απουσία εκείνων που θα μπορούσαν να παρέμβουν.
Η ευθύνη δεν περιορίζεται σε όσα κάνουμε
Ένα από τα πιο ουσιαστικά σημεία του κειμένου αφορά την ευθύνη για όσα δεν έγιναν. Ο στοχαστής δεν περιορίζεται στην κριτική των ενεργών πρωταγωνιστών των γεγονότων, αλλά θέτει το ερώτημα για τον ρόλο όσων επέλεξαν να παραμείνουν θεατές.
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν οι άνθρωποι διαμαρτύρονται εκ των υστέρων για τις συνέπειες αποφάσεων στις οποίες δεν επιχείρησαν να παρέμβουν. Η κριτική του Γκράμσι στρέφεται ακριβώς σε αυτή την αντίφαση: στην αποποίηση της ευθύνης, ενώ υπήρχε —ή θα μπορούσε να υπάρξει— περιθώριο συμμετοχής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πολίτης έχει την ίδια δύναμη ή ότι μπορεί να ελέγξει την έκβαση των γεγονότων. Σημαίνει, όμως, ότι η συλλογική ζωή δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στις πρωτοβουλίες των λίγων, ενώ οι υπόλοιποι παρακολουθούν από απόσταση.
Για τον Γκράμσι, η ιδιότητα του πολίτη δεν εξαντλείται στην τυπική ένταξη σε μια κοινωνία. Συνδέεται με την ενεργή παρουσία, την εγρήγορση, την κρίση και την προσπάθεια παρέμβασης σε όσα επηρεάζουν το κοινό μέλλον.
Η συμμετοχή δεν προϋποθέτει απαραίτητα μεγάλες πράξεις ή ηρωικές κινήσεις. Μπορεί να εκφραστεί μέσα από την ενημέρωση, τον διάλογο, την υπεράσπιση δικαιωμάτων, τη συλλογική διεκδίκηση και την άρνηση αποδοχής της αδικίας ως μιας αναπόφευκτης πραγματικότητας.
Στον πυρήνα της σκέψης του βρίσκεται η πεποίθηση ότι μια κοινωνία αποκτά μεγαλύτερη δυνατότητα να καθορίζει την πορεία της όταν οι πολίτες της δεν παραδίδουν τη δημόσια ζωή στην αδράνεια.
Ένα μήνυμα που παραμένει επίκαιρο
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη δημοσίευσή του, το κείμενο του Γκράμσι εξακολουθεί να θέτει ερωτήματα για τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία και την πολιτική ζωή. Η αδιαφορία, η παραίτηση και η πεποίθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει» μπορούν να αποδυναμώσουν τη συμμετοχή και να περιορίσουν τις δυνατότητες συλλογικής παρέμβασης.
Η ενεργή στάση, από την άλλη, δεν εγγυάται ότι κάθε προσπάθεια θα πετύχει. Δημιουργεί, ωστόσο, τις προϋποθέσεις ώστε οι αποφάσεις να μην παραμένουν αποκλειστικό προνόμιο όσων διαθέτουν ήδη δύναμη και επιρροή.
Το μήνυμα του Ιταλού στοχαστή δεν είναι απλώς μια καταγγελία της αδιαφορίας. Είναι μια υπενθύμιση ότι η κοινωνία διαμορφώνεται τόσο από τις πράξεις όσο και από τις παραλείψεις των μελών της.
Γιατί η Ιστορία δεν κινείται μόνο από εκείνους που δρουν. Διαμορφώνεται και από εκείνους που επιλέγουν να μην αντιδράσουν.