Φυσικά όλες οι βουλευτικές εκλογές έχουν πολιτική σημασία και επηρεάζουν τις κοινωνικές και τις πολιτικές εξελίξεις. Είναι όμως και εκλογές με ιδιαίτερο ιστορικό φορτίο, που μετασχηματίζουν καθοριστικά τις μελλοντικές εποχές. Τέτοιες εκλογές είναι οι επικείμενες. Και να γιατί ισχυρίζομαι κάτι τέτοιο.
α) Είναι εκλογές που καθορίζουν τη βασική στρατηγική της χώρας. Με ποιο πλαίσιο και ποια προοπτική θα διαμορφωθούν τα εθνικά συμφέροντα της χώρας σε εποχές έντονων και πολλαπλών μεταβολών. Η σημερινή κυβερνητική πολιτική της Ν.Δ. είναι απόλυτα προσδεδεμένη στον Αμερικάνικο παράγοντα με πολύ “δουλικό” τρόπο, που θυμίζει δεκαετίες του 1960. Και αυτό όταν μάλιστα η πρακτική των ΗΠΑ και του Τραμπ όχι μόνο δεν μας ευνοεί, αλλά αντίθετα ενισχύει την Τουρκική πολιτική της αναθεώρησης του σημερινού στάτους στην περιοχή μας.
β) Θα διαμορφωθεί το πολιτικό και κυρίως το ιδεολογικό στίγμα της κυβερνητικής πολιτικής. Δύο είναι οι κύριες επιλογές ή η ανάδειξη της αριστερής πολιτικής ή αναπαραγωγή της σημερινής άκρως δεξιάς πολιτικής – και ενδεχόμενα με ακροδεξιά και “θολά” στοιχεία. Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να έχει καν ίχνος σκέψης για οποιαδήποτε μορφή σύμπραξης με μια τέτοια εξέλιξη για δύο κυρίως λόγους.
Πρώτον, θα γίνει “χίλια δυο κομμάτια” με φοβερές αντιδράσεις, γιατί η κοινωνική του αναφορά είναι απόλυτα αντιδεξιά και μια δεύτερη φορά σύμπραξης σημαίνει αποδοχή υποτέλειας. Δεύτερον, θα πρέπει να παραδώσει την ίδια στιγμή και τα κλειδιά της Χαριλάου Τρικούπη στη ΝΔ.
γ) Θα αποσαφηνιστεί το αν υπάρχει δυναμική στα λεγόμενα αντισυστημικά κόμματα. Και ενώ σε όλη τη μεταπολίτευση θεωρούσαμε ως αντισυστημικά κόμματα εκείνα της τότε εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, σήμερα το φαινόμενο αυτό εκφράζεται κυρίως από βαθιά συντηρητικά έως και αντιδραστικά κόμματα. Φυσικά πρόκειται για αντισυστημικότητα “γελοιότητας”, αφού δεν συνδέονται ούτε κατ’ υποψία με κάποια δημοκρατική κοινωνική αλλαγή.
Εδώ υπάρχει και το “ιδιωτικό” κόμμα του κ. Τσίπρα, που προσδιορίζεται κάθε φορά από το τι θα πει ο αρχηγός και που τελικά εκφράζει αντιφατικά μηνύματα. Η ισχυρή σχέση του με τα ολιγαρχικά συμφέροντα προφανώς υποδηλώνει ευθέως στο ποια πολιτική τελικά θα υιοθετήσει ανεξάρτητα από το τρέχον λεξιλόγιό του.
δ) Θα τεθούν ή όχι επιτακτικά και θα κριθούν τα μείζονα πολιτικά ζητήματα των πολλών αντιδημοκρατικών εκκρεμοτήτων της σημερινής κυβέρνησης. Αν στο κυβερνητικό σχήμα που θα προκύψει συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο η ΝΔ – κάτι που είναι η απόλυτη προτεραιότητά της -, τότε: δικαιοσύνη για την Τραγωδία των Τεμπών και για το μέγα σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν θα αποδοθεί, απόδοση και νομικών ευθυνών για τις Υποκλοπές στον κ. Μητσοτάκη και στο στενό του περιβάλλον δεν θα υπάρξει, το πάρτι που έγινε με το Ταμείο Ανάκαμψης δεν θα τεθεί σε συζήτηση, οι ανισότητες και η ακρίβεια θα συνεχιστούν (αφού υπάρχει στενός δεσμός της ΝΔ και των καρτέλ), η τυφλή πρόσδεση της χώρας μας στις άκρως επικίνδυνες πολιτικές του Τραμπ θα συνεχιστεί, το κοινωνικό κράτος θα ψυχορραγεί κλπ.
ε) Στην περίπτωση, που διαμορφωθεί δεξιά πολιτική με ακροδεξιά στοιχεία θα έχουμε ενδυνάμωση του ευρωσκεπτικισμού – και όχι τη σταθερή γραμμή της ενίσχυσης της ΕΕ και της πολιτικής ενοποίησής της. Δηλαδή θα ακολουθήσουμε την τροχιά της Γερμανίας ή της Ισπανίας; Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έχουμε αλλαγή σελίδας αλλά αλλαγή κεφαλαίου – και μάλιστα άκρως αντιδραστικού.
Αν τελικά συμφωνούμε για την ιστορική σπουδαιότητα των προσεχών εκλογών, τότε και οι ευθύνες των προοδευτικών κομμάτων είναι και αυτές ιστορικές. Δεν θα πρέπει να διατρέχονται από ιδεολογικές καθαρότητες – κάτι που μπορεί να ισχυριστεί κάθε κόμμα – ούτε από αλαζονείες. Ή θα πάρουν την ευθύνη της συνεργασίας σε ένα ελάχιστο πολιτικό πλαίσιο – το οποίο κάθε κόμμα πρέπει να το έχει έτοιμο έστω και μη δημοσιεύσιμο – ή θα κριθούν ιστορικά ως ανεύθυνα αλλά και ως υπαίτια για τα επακόλουθα, τα οποία θα παγιώσουν μια μακρά πορεία αντιδημοκρατικών και αντικοινωνικών επιλογών.
Βέβαια υπάρχει – και ήδη κάποιοι το ...προετοιμάζουν - το σενάριο ευρείας “εθνικής συνεννόησης”. Αλλά επ’ αυτού σε άλλο κείμενο.