Το 1921, έναν χρόνο πριν από την πορεία του Μουσολίνι προς τη Ρώμη, ο Αντόνιο Γκράμσι γράφει στην εφημερίδα L'Ordine Nuovo τον «Λαό των πιθήκων», ένα διορατικό κείμενο για τον ανερχόμενο ιταλικό φασισμό.
Για τον Γκράμσι, ο φασισμός δεν είναι απλώς ένα κόμμα που διεκδικεί την εξουσία. Αναπτύσσεται μέσα στην κρίση των πολιτικών θεσμών και κινητοποιεί τμήματα της μικροαστικής τάξης εναντίον του εργατικού κινήματος, λειτουργώντας ως δύναμη υπεράσπισης της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης.
Η πιο επίκαιρη ίσως παρατήρησή του βρίσκεται στο τέλος του κειμένου:
«Υποκαθιστά, σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα, το “κύρος” του νόμου με την ιδιωτική βία».
Η φράση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σήμερα. Όχι επειδή κάθε περιστατικό βίας είναι φασισμός ούτε επειδή οι σημερινές κοινωνίες μπορούν να ταυτιστούν με την Ιταλία του 1921. Αλλά επειδή ο Γκράμσι μάς δείχνει έναν μηχανισμό που αξίζει να προσέχουμε: την κανονικοποίηση της βίας στην καθημερινή ζωή.
Σήμερα αυτή η κανονικοποίηση πρέπει να ιδωθεί και μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής αποδιάρθρωσης που συνδέεται με δεκαετίες νεοφιλελεύθερων πολιτικών: αποδυνάμωση κοινωνικών δεσμών και δημόσιων θεσμών, επισφάλεια, ανταγωνισμός, εξατομίκευση και μεταφορά της ευθύνης για κοινωνικά προβλήματα αποκλειστικά στο άτομο. Όταν η συλλογική προστασία υποχωρεί, ο άλλος γίνεται ευκολότερα ανταγωνιστής, απειλή ή εχθρός.
Ταυτόχρονα υποχωρούν τα συλλογικά οράματα και οι κοινές κοινωνικές αναπαραστάσεις που επέτρεπαν στους ανθρώπους να φαντάζονται ότι μπορούν από κοινού να αλλάξουν τη ζωή τους. Το «εμείς» παραχωρεί τη θέση του στο «εγώ» και η συλλογική διεκδίκηση στην ατομική επιβίωση. Η οργή που δεν μετασχηματίζεται σε συλλογικό αίτημα μπορεί τότε ευκολότερα να στραφεί προς τον διπλανό, τον διαφορετικό, τον πιο αδύναμο.
Ο ξυλοδαρμός ως «απάντηση», η αυτοδικία ως «δικαιοσύνη», η ρητορική μίσους και η στοχοποίηση ανθρώπων και ομάδων, στον δρόμο ή στον ψηφιακό χώρο, είναι διαφορετικές εκφράσεις μιας επικίνδυνης εξοικείωσης με την ιδέα ότι ο «άλλος» δεν είναι συνομιλητής αλλά εχθρός.
Εκεί βρίσκεται και η επικαιρότητα του Γκράμσι: όταν αποδυναμώνεται το συλλογικό «εμείς», η κοινωνική αγανάκτηση μπορεί, αντί να γίνει δύναμη συλλογικής αλλαγής, να μετατραπεί σε βία απέναντι στον διπλανό.