Στην Ολομέλεια της Βουλής εισέρχεται σήμερα (23/7) η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος, σηματοδοτώντας την έναρξη της τελικής φάσης της διαδικασίας. Παρότι η συζήτηση ξεκινά άμεσα, το ουσιαστικό περιεχόμενο των αλλαγών αναμένεται να καθοριστεί από την επόμενη, αναθεωρητική Βουλή, η οποία θα προκύψει μετά τις εθνικές εκλογές.
Η συζήτηση θα διαρκέσει τρεις ημέρες και θα ολοκληρωθεί με ψηφοφορία για περισσότερες από 30 συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες θα κριθούν ως προς το αν πρέπει να αναθεωρηθούν.
Η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, όπως φάνηκε ήδη στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, δεν αναμένεται να αλλάξει. Επιλέγουν να μην υπερψηφίσουν τις προτάσεις σε αυτή τη φάση, διατηρώντας τη δυνατότητα να διαμορφώσουν το τελικό περιεχόμενο των αλλαγών στην επόμενη Βουλή.
Η σημερινή Βουλή καλείται να αποφασίσει ποιες διατάξεις θα χαρακτηριστούν αναθεωρητέες, ενώ η επόμενη θα είναι εκείνη που θα καθορίσει το ακριβές περιεχόμενό τους, χωρίς να δεσμεύεται από τις θέσεις που διατυπώνονται τώρα.
Καθοριστικό ρόλο παίζει η λεγόμενη «χιαστί» πλειοψηφία. Αν μια διάταξη συγκεντρώσει τώρα 180 ψήφους, στην επόμενη Βουλή θα απαιτούνται 151 ψήφοι για την οριστική αναθεώρησή της. Αντίθετα, εφόσον εγκριθεί σήμερα μόνο με την απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών, τότε θα χρειαστούν 180 ψήφοι στην αναθεωρητική Βουλή.
Αυτός είναι και ο λόγος που τα κόμματα της αντιπολίτευσης απέφυγαν να στηρίξουν τις προτάσεις της κυβέρνησης στην Επιτροπή, επιδιώκοντας να μεταφερθεί το βάρος των αποφάσεων στην επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο.
Τα άρθρα που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται το άρθρο 16 για τα μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, όπου διαφαίνεται ότι στην επόμενη Βουλή ενδέχεται να υπάρξουν περιθώρια συνεννόησης.
Παράλληλα, συζητούνται αλλαγές που αφορούν την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, το πλαίσιο ευθύνης των υπουργών, την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του άρθρου 24, τις συνταγματικές εγγυήσεις για την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και το ενδεχόμενο επέκτασης της επιστολικής ψήφου στους εκλογείς που βρίσκονται εντός Ελλάδας.
Μεγαλύτερες πιθανότητες ευρύτερης συναίνεσης φαίνεται να συγκεντρώνουν οι προτάσεις για τη συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας της ελληνικής γλώσσας και της σημαίας.
Η στάση των κομμάτων
Το ΠΑΣΟΚ έχει παρουσιάσει δικές του προτάσεις για την αναθεώρηση αρκετών άρθρων, ωστόσο έχει ξεκαθαρίσει ότι θα ψηφίσει «παρών» σε όσα θεωρεί ότι χρειάζονται αλλαγές και «κατά» στα υπόλοιπα. Τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν προαναγγείλει αρνητική στάση απέναντι στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας.
Από την πλευρά της κυβέρνησης ασκείται έντονη κριτική κυρίως προς το ΠΑΣΟΚ, με κυβερνητικά στελέχη να υποστηρίζουν ότι, παρότι υπάρχουν σημεία σύγκλισης, επιλέγει να μην τα υπερψηφίσει στην παρούσα φάση.
Σύμφωνα με βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, η κυβέρνηση εμφανίστηκε διατεθειμένη να υιοθετήσει τη διατύπωση του ΠΑΣΟΚ για τα μη κρατικά μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, χωρίς όμως να υπάρξει αντίστοιχη ανταπόκριση από την αξιωματική αντιπολίτευση.
Οι προτάσεις που ίσως αποσυρθούν
Δεν αποκλείεται, πάντως, ορισμένες προτάσεις να μην φτάσουν καν στην τελική ψηφοφορία. Ανάμεσά τους βρίσκεται το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, καθώς και η πρόβλεψη για μία και μοναδική εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Η δεύτερη πρόταση, ακόμη και αν τεθεί τελικά προς ψήφιση, θεωρείται δύσκολο να συγκεντρώσει την απαιτούμενη στήριξη, καθώς επιφυλάξεις έχουν εκφραστεί όχι μόνο από την αντιπολίτευση αλλά και από βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει διαμηνύσει ότι οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος θα ψηφίσουν κατά συνείδηση, υπογραμμίζοντας ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με κομματική πειθαρχία.
Στη σημερινή συζήτηση κυριαρχεί και η εμπειρία της συνταγματικής αναθεώρησης του 2019, όταν διαφορετικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες στην προτείνουσα και στην αναθεωρητική Βουλή οδήγησαν σε διαφορετικό τελικό αποτέλεσμα από εκείνο που είχε αρχικά σχεδιαστεί.
Το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι η εμπειρία εκείνης της διαδικασίας επιβεβαιώνει την ανάγκη ισχυρότερων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών στις συνταγματικές αλλαγές, ενώ κυβέρνηση και αντιπολίτευση επικαλούνται το προηγούμενο του 2019 για διαφορετικούς λόγους, έχοντας ως κοινό στόχο να αποφευχθούν αντίστοιχα ζητήματα στη νέα αναθεώρηση.