Καθώς ο Τραμπ συζητούσε χθες με τους επικεφαλής των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών τις λεπτομέρειες για το πώς θα υλοποιηθεί η λεηλασία του πετρελαίου της Βενεζουέλας, οι ενδείξεις ότι η στρατιωτική επέμβαση στη χώρα της Λατινικής Αμερικής και η απαγωγή του προέδρου της Νικολάς Μαδούρο ήταν προσχεδιασμένες από τα δύο μέρη αυξάνονται. Από τους πρώτους σημαντικά κερδισμένους αυτής της κατάφωρης παραβίασης του αμερικανικού και διεθνούς δικαίου είναι ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής και χρηματοδότης του Ντόναλντ Τραμπ, του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, νεοσυντηρητικών δεξαμενών σκέψης και φιλοϊσραηλινών οργανώσεων, Πολ Σίνγκερ.
Ο 81χρονος επενδυτής έχει ξοδέψει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για την εκλογή του Τραμπ, τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη θητεία του στο τιμόνι των ΗΠΑ. Πέρυσι δώρισε μεταξύ άλλων 5 εκατ. δολάρια για την επιτροπή υποστήριξης της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ Make America Great Again Inc. και πάνω από 37 εκατομμύρια για την εκλογή των Ρεπουμπλικανών πολιτικών στο Κογκρέσο. Δώρισε επίσης ένα άγνωστο ποσό για τη χρηματοδότηση της δεύτερης ορκωμοσίας του Τραμπ, ενώ τον Ιούνιο στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικανών στο Κεντάκι, χρηματοδότησε με 1 εκατ. δολάρια τον αντίπαλο του Τόμας Μάσι, ο οποίος είχε εξοργίσει τον Τραμπ επειδή υποστήριζε τη δημοσιοποίηση των αρχείων Επστάιν.
Ο Σίνγκερ είναι επίσης σημαντικός υποστηρικτής των ισραηλινών συμφερόντων στις ΗΠΑ, με δωρεές μεγαλύτερες των 3,3 εκατ. δολ. σε ιδρύματα όπως το Birthright Israel Foundation, το Israel America Academic Exchange, το Boundless Israel και άλλα το 2021.
Η αμέριστη στήριξή του δεν είναι τυχαία.
Τον Νοέμβριο του 2025, περίπου δύο μήνες πριν από τη στρατιωτική επιχείρηση της κυβέρνησης Τραμπ εναντίον της Βενεζουέλας η Amber Energy, μια θυγατρική της επενδυτικής εταιρείας του Σίνγκερ, Elliott Investment Management, πέτυχε μια εξαιρετική συμφωνία. Αγόρασε τη Citgo, την αμερικανική θυγατρική της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας της Βενεζουέλας PDVSA, έναντι 5,9 δισ. δολαρίων υπό την πίεση των πιστωτών της και δικαστηρίου του Ντελαγουέρ μετά την αθέτηση πληρωμών ομολόγων από τη Βενεζουέλα.
Διυλιστήρια
Ολως τυχαίως ο Ρόμπερ Πίνκους, διορισμένος από το δικαστήριο ειδικός διαχειριστής που επέβαλε την πώληση της Citgo, είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Αμερικανοϊσραηλινής Επιτροπής Δημοσίων Υποθέσεων (AIPAC).
Η Citgo κατέχει τρία μεγάλα διυλιστήρια στις ακτές του Κόλπου του Μεξικού, 43 τερματικούς σταθμούς πετρελαίου και ένα δίκτυο άνω των 4.000 ανεξάρτητων βενζινάδικων. Ο Σίνγκερ απέκτησε όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία κοψοχρονιά. Σύμβουλοι του δικαστηρίου που επέβλεψε την πώλησή τους είχαν εκτιμήσει την πραγματική αξία της στα 13 δισ. δολάρια, ενώ αξιωματούχοι της Βενεζουέλας στα 18 δισ. δολάρια. Η κοψοχρονιά αγορά της Citgo ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα του εμπάργκο που είχε επιβάλει η κυβέρνηση Τραμπ στις εισαγωγές πετρελαίου από τη Βενεζουέλα. Το εμπάργκο οδήγησε στην κάθετη πτώση της αξίας της εταιρείας καθώς στέρησε από τα διυλιστήριά της την πρώτη ύλη.
Τα διυλιστήρια της Citgo είναι ειδικά κατασκευασμένα για την επεξεργασία του βαρέος τύπου αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας. Εξαιτίας του εμπάργκο, η Citgo αναγκάστηκε να προμηθεύεται πετρέλαιο από πιο ακριβές πηγές, όπως ο Καναδάς και η Κολομβία, καθώς το πετρέλαιο που παράγεται στις ΗΠΑ είναι γενικά ελαφριάς ποιότητας. Αυτό συρρίκνωσε δραματικά την κερδοφορία των δραστηριοτήτων της εταιρείας και οδήγησε τελικά στην πώλησή της. Η τότε αντιπρόεδρος και υπουργός Πετρελαίου της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροντρίγκεζ, που σήμερα είναι προσωρινή πρόεδρος, είχε χαρακτηρίσει τον Δεκέμβριο την πώλησή της «δόλια» και «εξαναγκασμό». Η κυβέρνηση Μαδούρο κινήθηκε δικαστικά για την ακύρωση της συμφωνίας, όμως μετά τις τελευταίες εξελίξεις είναι αμφίβολο αν θα υπάρξει συνέχεια.
Η αρπαγή της Citgo δεν είναι κάτι άγνωστο στον Σίνγκερ, το επενδυτικό fund του οποίου είναι γνωστός «γύπας» - διάσημος για την αγορά χρέους χωρών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, όπως η Αργεντινή, κοψοχρονιά και τον εξαναγκασμό τους στη συνέχεια να αποπληρώσουν με υψηλό τόκο συν τα δικαστικά έξοδα.
Στημένη δουλειά
Η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, διόλου τυχαία, ήρθε κουτί στον Σίνγκερ. Πριν συμπληρωθεί μία εβδομάδα από την επέμβαση, ο Τραμπ ανακοίνωσε αυτή την Τρίτη την παράδοση 30-50 εκατ. βαρελιών βαρέος αργού πετρελαίου Βενεζουέλας το οποίο θα «μεταφερθεί απευθείας σε αποβάθρες εκφόρτωσης των ΗΠΑ» και στο οποίο τον πρώτο λόγο για την επεξεργασία του και εκμετάλλευση θα έχουν τα διυλιστήρια της Citgo. Ολα αυτά υποδεικνύουν αναμφίβολα στημένη δουλειά.
Ο Σίνγκερ φέρεται να έχει συναντηθεί απευθείας με τον Τραμπ τουλάχιστον τέσσερις φορές από τότε που εξελέγη για πρώτη φορά το 2016, με πιο πρόσφατη το 2024. Ενώ είναι άγνωστο αν οι δύο συζήτησαν για τη Βενεζουέλα κατά τη διάρκεια αυτών των συναντήσεων, ομάδες που χρηματοδοτούνται από τον Σίνγκερ έχουν πιέσει σθεναρά τον Τραμπ να λάβει τα μέγιστα μέτρα για τον αποκεφαλισμό του Μαδούρο.
Από το 2011, ο Σίνγκερ έχει δωρίσει πάνω από 10 εκατ. δολάρια στη δεξιά δεξαμενή σκέψης Manhattan Institute η οποία με μια σταθερή ροή εγγράφων και εκθέσεων υποστηρίζει σταθερά την απομάκρυνση του Μαδούρο από την εξουσία και υπερασπίζεται τις επιθετικές πολιτικές του Τραμπ κατά του καθεστώτος αυτού. Ο Σίνγκερ έχει διατελέσει πρόεδρος και είναι σήμερα μέλος του Δ.Σ. του ινστιτούτου. Είναι επίσης σημαντικός δωρητής του Ιδρύματος για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών (FDD) το οποίο μόλις τον περασμένο Νοέμβριο ζητούσε με έκθεσή του στρατιωτικές επιθέσεις στη Βενεζουέλα. Ανάλογη στήριξη ο Σίνγκερ έχει προσφέρει και σε άλλες δεξιές δεξαμενές σκέψης που προωθούν επιθετικές πολιτικές κατά της Βενεζουέλας, συμπεριλαμβανομένων των AEI και του Ιδρύματος Heritage.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις