Η διαχρονική φράση «Οψόμεθα εις Φιλίππους» αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κατάλοιπα της ιστορικής μνήμης στη σύγχρονη πολιτική ρητορική, το οποίο ακούγεται ακόμη και σήμερα —κυρίως από παλαιότερους βουλευτές— εντός του ελληνικού Κοινοβουλίου. Η έκφραση αυτή, που φέρει τη σημασία του «θα λογαριαστούμε» ή «θα κλείσουμε τους ανοιχτούς μας λογαριασμούς», κουβαλάει πίσω της μια ολόκληρη δραματική ιστορία που ξεκινά από την αρχαία Ρώμη και διαπερνά τους αιώνες, λειτουργώντας ως προειδοποίηση ότι κάθε πολιτική ή ηθική πράξη αργά ή γρήγορα θα κριθεί στην πράξη.
Η ιστορική ρίζα της φράσης τοποθετείται λίγο μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα το 44 π.Χ., όταν τον Οκτώβριο του 42 π.Χ. οι δολοφόνοι του, Μάρκος Ιούνιος Βρούτος και Γάιος Κάσσιος, συγκρούστηκαν στους Φιλίππους της Μακεδονίας με τον Οκταβιανό και τον Μάρκο Αντώνιο. Η τιτανομαχία αυτή, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 200.000 στρατιώτες, κατέληξε στην ολοκληρωτική ήττα των δολοφονίων του Καίσαρα και στην τραγική αυτοκτονία τόσο του Κάσσιου όσο και του Βρούτου, αφήνοντας νικητές τους αντιπάλους τους και επισφραγίζοντας το οριστικό τέλος των ονείρων της ρωμαϊκής αριστοκρατίας.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις του Πλούταρχου, λίγο πριν από την κρίσιμη σύγκρουση, ο Βρούτος είδε σε όνειρο το «φάντασμα» του Ιουλίου Καίσαρα να τον προειδοποιεί ότι θα τον συναντήσει εκ νέου στους Φιλίππους, μια προφητεία που επαληθεύτηκε με τον πιο δραματικό τρόπο στο πεδίο της μάχης. Στη σημερινή πολιτική πρακτική, η φράση χρησιμοποιείται κυρίως ως λεκτικό όπλο και προειδοποίηση ότι ο τελικός λογαριασμός θα έρθει, υπενθυμίζοντας πως οι πολιτικές συγκρούσεις δεν τελειώνουν ποτέ οριστικά, αλλά ανανεώνονται διαρκώς μέχρι τη στιγμή της ιστορικής κρίσης.