Πώς έγινε η αξιολόγηση των πηγών πρωτεΐνης
Για τις ανάγκες της ανάλυσης, ο ερευνητής ανέπτυξε το BPI Score, ένα σύστημα βαθμολόγησης που συνυπολογίζει πολλαπλά χαρακτηριστικά κάθε τροφίμου, αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην περιεκτικότητά του σε πρωτεΐνη.
Στο σκέλος που αφορά τη διατροφή και τον καταναλωτή εξετάστηκαν παράγοντες όπως η περιεκτικότητα σε νάτριο, κορεσμένα λιπαρά και χοληστερόλη, καθώς και το κόστος και η διαθεσιμότητα των τροφίμων. Παράλληλα, αξιολογήθηκε εάν κάθε πηγή πρωτεΐνης είναι πλήρης, δηλαδή εάν περιέχει και τα εννέα απαραίτητα αμινοξέα που χρειάζεται ο ανθρώπινος οργανισμός.
Η περιβαλλοντική αξιολόγηση περιλάμβανε τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, τη χρήση γης και γλυκού νερού, αλλά και τη ρύπανση των υδάτων που συνδέεται με την παραγωγή κάθε τροφίμου.
Προκειμένου να υπάρχει κοινή βάση σύγκρισης μεταξύ διαφορετικών επιλογών, όπως το μοσχαρίσιο κρέας, ο σολομός, τα αυγά, οι ξηροί καρποί και οι φακές, οι υπολογισμοί πραγματοποιήθηκαν ανά 100 γραμμάρια πρωτεΐνης.
Το τόφου κατέκτησε την πρώτη θέση
Το τρόφιμο που συγκέντρωσε την υψηλότερη συνολική βαθμολογία ήταν το τόφου, με 36 στους 40 βαθμούς. Συγκεκριμένα, έλαβε 20 από τους 24 βαθμούς στην κατηγορία της διατροφής και του καταναλωτή, ενώ πέτυχε την υψηλότερη δυνατή επίδοση στην περιβαλλοντική αξιολόγηση, με 16 στους 16 βαθμούς.
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά του είναι ότι αποτελεί πλήρη πηγή φυτικής πρωτεΐνης, καθώς περιέχει και τα εννέα απαραίτητα αμινοξέα.
Οι διαφορές στο περιβαλλοντικό αποτύπωμα ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακές. Σύμφωνα με την ανάλυση, η παραγωγή 100 γραμμαρίων πρωτεΐνης από τόφου συνδεόταν με εκπομπές 0,61 κιλών αερίων του θερμοκηπίου. Για την ίδια ποσότητα πρωτεΐνης από μοσχαρίσιο κρέας, οι αντίστοιχες εκπομπές έφταναν τα 64,19 κιλά.
Παρόμοια ήταν η εικόνα και ως προς τη χρήση γης. Για την παραγωγή 100 γραμμαρίων πρωτεΐνης, το μοσχαρίσιο κρέας απαιτούσε περίπου 211 τετραγωνικά μέτρα γης, ενώ για το τόφου η έκταση ήταν λίγο μεγαλύτερη από δύο τετραγωνικά μέτρα.
Οι σπόροι chia, τα φασόλια και η κινόα στην πρώτη τετράδα
Οι σπόροι chia ξεχώρισαν επίσης για τις περιβαλλοντικές τους επιδόσεις. Ενδεικτικά, η ρύπανση των υδάτων που συνδεόταν με την παραγωγή 100 γραμμαρίων πρωτεΐνης από chia ήταν σημαντικά χαμηλότερη από εκείνη που αποδιδόταν στο χοιρινό κρέας.
Τα φασόλια συγκέντρωσαν επίσης υψηλές βαθμολογίες, τόσο σε διατροφικό όσο και σε περιβαλλοντικό επίπεδο. Ανά 100 γραμμάρια πρωτεΐνης περιείχαν μόλις 11,11 mg νατρίου και 1,11 γραμμάρια κορεσμένων λιπαρών, ενώ η παραγωγή τους συνδεόταν με ιδιαίτερα χαμηλή κατανάλωση γλυκού νερού.
Την πρώτη τετράδα συμπλήρωσε η κινόα. Παρά τις καλές επιδόσεις της, ωστόσο, αναδείχθηκε η ακριβότερη επιλογή ανά 100 γραμμάρια πρωτεΐνης στο πλαίσιο της συγκεκριμένης σύγκρισης.
Χρειάζεται, πάντως, να διευκρινιστεί ότι τα στοιχεία για το κόστος βασίστηκαν στις τιμές που καταγράφηκαν σε συγκεκριμένη αλυσίδα σούπερ μάρκετ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επομένως, οι οικονομικές συγκρίσεις ενδέχεται να διαφέρουν σε άλλες χώρες και αγορές.
Στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης βρέθηκαν η μοτσαρέλα, το αρνί, το μοσχαρίσιο κρέας και το τυρί cheddar.
Είναι τελικά καλύτερες οι φυτικές πρωτεΐνες από τις ζωικές;
Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι οι φυτικές πηγές υπερέχουν σε κάθε επιμέρους χαρακτηριστικό. Ο μπακαλιάρος, για παράδειγμα, παρουσίασε τη χαμηλότερη περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά από όλα τα τρόφιμα που εξετάστηκαν.
Επιπλέον, όλες οι ζωικές πηγές πρωτεΐνης που συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση χαρακτηρίστηκαν πλήρεις, ενώ αυτό δεν ίσχυε για τις περισσότερες φυτικές επιλογές.
Όσον αφορά το οικονομικό κόστος, οι φακές αναδείχθηκαν ως η φθηνότερη πηγή πρωτεΐνης ανά 100 γραμμάρια.
Τα συγκεκριμένα στοιχεία δείχνουν ότι κάθε τρόφιμο διαθέτει διαφορετικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Συνεπώς, η επιλογή της καταλληλότερης πηγής πρωτεΐνης εξαρτάται από το ποια χαρακτηριστικά αξιολογούνται κάθε φορά.
Τι πρέπει να γνωρίζουμε για τα αποτελέσματα
Η συγκεκριμένη κατάταξη χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε από έναν ερευνητή και δεν αποτελεί ελεγχόμενη κλινική μελέτη. Παράλληλα, το BPI Score βρίσκεται ακόμη στην αρχική του εκδοχή και ενδέχεται να εξελιχθεί περαιτέρω.
Επίσης, η πρωτεΐνη ορού γάλακτος, γνωστή ως whey protein και ιδιαίτερα δημοφιλής σε όσους ασχολούνται με τη γυμναστική, δεν συμπεριλήφθηκε στη σύγκριση. Επιπλέον, τα δεδομένα για τις τιμές προέρχονταν αποκλειστικά από τη βρετανική αγορά.
Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα δεν υποδεικνύουν ότι υπάρχει μία μοναδική πηγή πρωτεΐνης που είναι ιδανική για όλους, ούτε ότι χρειάζεται να αποκλειστούν ολόκληρες κατηγορίες τροφίμων από τη διατροφή.
Αναδεικνύουν, ωστόσο, μια σημαντική παράμετρο της σύγχρονης διατροφής: η επιλογή της πρωτεΐνης δεν αφορά μόνο την ποσότητα που καταναλώνεται, αλλά και τη διατροφική αξία, το κόστος και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των τροφίμων από τα οποία προέρχεται.