Αρναούτογλου: Που να κρατάτε ομπρέλα σήμερα Πέμπτη - Η εκτίμηση για την 28η Οκτωβρίου

Κοινωνία 0

Οικογένεια και σχολείο: Σύμμαχοι ή αντίπαλοι;

γονείς οικογένεια
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Πως μια βαθμολογία ή μια παιδαγωγική παρατήρηση γίνεται αφορμή σύγκρουσης, εκεί όπου θα έπρεπε να κυριαρχούν ο διάλογος και η εμπιστοσύνη.

«Γιατί έβαλες στο δικό μου παιδί χαμηλότερο βαθμό;», «Παιδιά είναι, τι θέλετε να κάνουν;», «Θα σας κάνω καταγγελία και θα τρέχετε!». Τέτοιες φράσεις, αν και δεν εκφράζουν το σύνολο των γονέων, αποκαλύπτουν μια προβληματική αντίληψη για τη σχέση οικογένειας και σχολείου. Η προστασία του παιδιού συγχέεται με την επιβολή απαιτήσεων και η υπεράσπισή του με την απαξίωση του εκπαιδευτικού. Έτσι, μια βαθμολογία ή μια παιδαγωγική παρατήρηση γίνεται αφορμή σύγκρουσης, εκεί όπου θα έπρεπε να κυριαρχούν ο διάλογος και η εμπιστοσύνη.

Μία αιτία αυτής της στάσης είναι η υπερπροστατευτική γονεϊκότητα (helicopter parenting). Ορισμένοι γονείς δυσκολεύονται να αποδεχτούν την αποτυχία ή την κριτική προς το παιδί τους, παρεμβαίνουν σε κάθε δυσκολία και αποδίδουν τις χαμηλές επιδόσεις αποκλειστικά σε εξωτερικούς παράγοντες. Ωστόσο, η συνεχής επίλυση των προβλημάτων από τους ενηλίκους στερεί από τα παιδιά την ευκαιρία να διαχειριστούν την απογοήτευση, να αναγνωρίσουν τα λάθη τους και να αποκτήσουν αυτονομία μέσα από την προσωπική προσπάθεια. Μετα-ανάλυση 53 μελετών των McCoy, Dimler και Rodrigues (2025) συσχέτισε την υπερβολική γονεϊκή παρέμβαση με δυσκολίες των νέων να διαχειρίζονται τη συμπεριφορά τους και να ανταποκρίνονται αυτόνομα στις απαιτήσεις των σπουδών τους, αναδεικνύοντας τις πιθανές αρνητικές συνέπειες της υπερπροστασίας στην προσωπική τους ωρίμανση.

Η υπερπροστασία αποκτά ιδιαίτερα προβληματικές διαστάσεις όταν συνοδεύεται από την απαίτηση να μένουν τα παιδιά ατιμώρητα, ακόμη και όταν παραβιάζουν τους σχολικούς κανόνες ή επιδεικνύουν προσβλητική και επιθετική συμπεριφορά. «Παιδιά είναι...», υποστηρίζουν ορισμένοι γονείς, υποβαθμίζοντας τη σοβαρότητα τέτοιων πράξεων και αμφισβητώντας τα παιδαγωγικά μέτρα που λαμβάνει το σχολείο. Έτσι, το παιδί ενδέχεται να διαμορφώσει την αντίληψη ότι δεν οφείλει να λογοδοτεί για τις πράξεις του και για τη συμπεριφορά του. Η νοοτροπία αυτή μπορεί να συνεχιστεί και κατά την εφηβεία, όταν ορισμένοι γονείς επικαλούνται πλέον το «Έφηβοι είναι...» για να δικαιολογήσουν ακόμη και σοβαρότερες παραβατικές συμπεριφορές, αποδίδοντάς τες στις ιδιαιτερότητες της ηλικίας. Παράλληλα, έρευνες έχουν καταγράψει ότι η ανεπαρκής γονεϊκή επίβλεψη και η απουσία σαφών και σταθερών ορίων στη διαπαιδαγώγηση συνδέονται με προβλήματα συμπεριφοράς και νεανική παραβατικότητα (Hoeve κ.ά., 2009· Pinquart, 2017). Παρότι τα ευρήματα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι η έλλειψη ορίων οδηγεί αναπόφευκτα στην παραβατικότητα, υπογραμμίζουν τη σημασία της υπεύθυνης και σωστής αγωγής. Η κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων της ηλικίας, επομένως, δεν πρέπει να συγχέεται με τη διαρκή δικαιολόγηση των παραπτωμάτων. Αντίθετα, κάθε παράπτωμα χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με διάλογο, καθοδήγηση και συνεπή εφαρμογή των κανόνων, ώστε το παιδί να αναγνωρίζει τα λάθη του, να αναλαμβάνει τις ευθύνες του και να μαθαίνει να σέβεται τους άλλους.

Η ίδια παρεμβατική στάση εκδηλώνεται και στη σχολική βαθμολόγηση, όταν ορισμένοι γονείς ασκούν πιέσεις για να εξασφαλίσουν υψηλότερους βαθμούς για τα παιδιά τους. Αντιμετωπίζοντας τη βαθμολογία ως μέτρο της δικής τους επιτυχίας ή του οικογενειακού κύρους, αμφισβητούν την κρίση των εκπαιδευτικών, επικαλούνται τις επιδόσεις άλλων μαθητών και ζητούν ακόμη και την παρέμβαση της διεύθυνσης του σχολείου. Στόχος τους δεν είναι πλέον η κατανόηση των μαθησιακών αναγκών των παιδιών τους, αλλά η εξασφάλιση μιας ευνοϊκότερης αξιολόγησης, ανεξάρτητα από τις πραγματικές τους επιδόσεις. Έτσι, η βαθμολόγηση κινδυνεύει να μετατραπεί από παιδαγωγική διαδικασία σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την τελική κρίση να εξαρτάται από την ένταση των γονεϊκών πιέσεων και όχι από κοινά κριτήρια για όλους τους μαθητές. Τέτοιες μορφές γονεϊκής επιρροής στη βαθμολόγηση έχουν εξεταστεί από την Παπακωνσταντίνου (2022), ενώ η Γκότοβου (2025) έχει διερευνήσει το συναφές φαινόμενο της υπερβαθμολόγησης.

Πέρα από τις παρεμβάσεις στη βαθμολόγηση ή στην αντιμετώπιση των σχολικών παραπτωμάτων, ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η απαξίωση του εκπαιδευτικού στα μάτια του παιδιού. Όταν ορισμένοι γονείς αμφισβητούν συστηματικά την επάρκειά του, υποτιμούν τις παιδαγωγικές του αποφάσεις ή του αποδίδουν την ευθύνη για κάθε δυσκολία του παιδιού τους, ενδέχεται να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του προς εκείνον. Το παιδί μπορεί τότε να εκλαμβάνει τις παρατηρήσεις του ως εκδήλωση προσωπικής εμπάθειας, τις απαιτήσεις του ως αυθαίρετες και τη βαθμολόγησή του ως άδικη. Επιπλέον, στις περιπτώσεις που γίνεται μάρτυρας λεκτικών επιθέσεων ή απειλών σε βάρος του εκπαιδευτικού, κινδυνεύει να θεωρήσει την πίεση και τον εκφοβισμό αποδεκτούς τρόπους διαχείρισης των διαφωνιών, αντί του διαλόγου και της επιχειρηματολογίας. Η σημασία της γονεϊκής στάσης επισημαίνεται και σε σχετικές έρευνες. Οι Karlen και Compagnoni (2026) συνδέουν τις αντιλήψεις των γονέων για τη σχολική αποτυχία με την ποιότητα της σχέσης μαθητή και εκπαιδευτικού, ενώ οι Roorda κ.ά. (2011) τονίζουν τη συμβολή της σχέσης αυτής στη συμμετοχή των μαθητών στη μαθησιακή διαδικασία και στην επίδοσή τους. Όταν, επομένως, η στάση των γονέων υπονομεύει την εμπιστοσύνη προς τον εκπαιδευτικό, δημιουργείται μια παιδαγωγική αντίφαση. Το σχολείο επιδιώκει να καλλιεργήσει τον σεβασμό, τη συνεργασία και την υπευθυνότητα, ενώ το παιδί δέχεται από το οικογενειακό του περιβάλλον μηνύματα που αντιστρατεύονται αυτές τις αξίες.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αντιπαράθεση εξελίσσεται σε συστηματικό γονεϊκό εκφοβισμό (parental bullying), με προσβολές, απειλές, δημόσια στοχοποίηση ή καταχρηστική επίκληση διοικητικών και νομικών διαδικασιών. Δεν πρόκειται πλέον για απλή διαφωνία ή θεμιτή αμφισβήτηση μιας παιδαγωγικής απόφασης, αλλά για προσπάθεια εξαναγκασμού του εκπαιδευτικού σε υποχώρηση. Σχετικές μελέτες εξετάζουν τη γονεϊκή επιθετικότητα και τις μη σωματικές μορφές βίας απέναντι στους εκπαιδευτικούς (Stamatis, Ntavlamanou και Nikolaou, 2026· Badenes-Ribera κ.ά., 2022). Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και μια αβάσιμη καταγγελία μπορεί να εμπλέξει τον εκπαιδευτικό σε χρονοβόρες διαδικασίες, να του προκαλέσει άγχος και να πλήξει το επαγγελματικό του κύρος. Ο φόβος τέτοιων συνεπειών ενδέχεται να τον οδηγήσει να αποφεύγει αναγκαίες παιδαγωγικές παρεμβάσεις ή να επιδεικνύει υπερβολική επιείκεια, προκειμένου να μην προκαλέσει αντιδράσεις. Η κατάσταση επιβαρύνεται όταν οι αντιπαραθέσεις μεταφέρονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου μονομερείς αναρτήσεις και δημόσιες κατηγορίες μπορούν να δημιουργήσουν αρνητικές εντυπώσεις σε βάρος του πριν ακόμη διερευνηθούν τα πραγματικά περιστατικά.

Το πρόβλημα αποτυπώνεται και σε διεθνή δεδομένα. Σε έρευνα του βρετανικού συνδικάτου NASUWT (2025), με 10.626 εκπαιδευτικούς, το 30% δήλωσε ότι είχε δεχτεί λεκτική κακοποίηση από γονέα ή κηδεμόνα κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο. Η έρευνα TALIS 2024 του ΟΟΣΑ, δημοσιευμένη το 2025, έδειξε ότι περίπου το 42% των εκπαιδευτικών, κατά μέσο όρο στα εξεταζόμενα εκπαιδευτικά συστήματα, θεωρεί τη διαχείριση των ανησυχιών των γονέων πηγή εργασιακού άγχους, χωρίς αυτό να υποδηλώνει απαραίτητα επιθετικότητα. Στην Κύπρο, η Παγκύπρια Οργάνωση Ελλήνων Δασκάλων ζήτησε, στις 23 Απριλίου 2026, δίκαιη διερεύνηση καταγγελιών, δικαίωμα υπεράσπισης και θεσμικές εγγυήσεις προστασίας.

Η ουσιαστική συνεργασία οικογένειας και σχολείου προϋποθέτει αμοιβαία εμπιστοσύνη, ειλικρινή διάλογο και σεβασμό στους διακριτούς τους ρόλους. Στο πλαίσιο αυτό, χρειάζεται να διακρίνεται η θεμιτή υπεράσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού από την απαίτηση προνομιακής μεταχείρισής του. Οι συμπεριφορές ορισμένων γονέων που, στο όνομα της προστασίας των παιδιών τους, τα απαλλάσσουν από κάθε ευθύνη και απαξιώνουν τους εκπαιδευτικούς δεν χρειάζεται να αποτελούν τον κανόνα για να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα. Μπορούν να διαταράξουν την παιδαγωγική σχέση και να αποδυναμώσουν έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους της οικογένειας στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Οι γονείς οφείλουν, επομένως, να αναγνωρίζουν ότι η αγωγή περιλαμβάνει κανόνες, υποχρεώσεις και ανάληψη ευθύνης, ενώ το σχολείο χρειάζεται να διασφαλίζει διαφανή κριτήρια αξιολόγησης, δίκαιη αντιμετώπιση των μαθητών και ουσιαστική επικοινωνία με τις οικογένειες. Παράλληλα, ο σεβασμός προς τον εκπαιδευτικό δεν συνεπάγεται άκριτη αποδοχή των αποφάσεών του ούτε αναιρεί την υποχρέωσή του να λογοδοτεί όταν παραβιάζει τα δικαιώματα των μαθητών ή συμπεριφέρεται άδικα, αυθαίρετα ή προσβλητικά. Σε αυτή τη βάση αμοιβαίου σεβασμού και ευθύνης, μέσα από τον ειλικρινή διάλογο και την ουσιαστική επικοινωνία, οικογένεια και σχολείο μπορούν να σταθούν πλάι στο παιδί, ενώνοντας τις προσπάθειές τους για να το βοηθήσουν να μεγαλώσει με αυτοπεποίθηση, σεβασμό και υπευθυνότητα και να αναπτύξει ολόπλευρα τις δυνατότητές του.

0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

Κλειστά σχολεία για έως και έξι ημέρες πριν την 28η Οκτωβρίου

Παιδικός καρκίνος: Ο κανόνας «των τριών» που μπορεί να σώσει ζωές

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

κοινωνία