Ποιος μπορεί να φανταστεί την Αθήνα – μα και την Ελλάδα – χωρίς την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα; Εδώ και αιώνες πολλούς δεσπόζουν με την ιερή μορφή τους. Αποτελούν το έμβλημα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, που εδραίωσε και εδραιώνει εσαεί τον Δυτικό πολιτισμό. Η απεικόνιση της πρόσοψης του Παρθενώνα στον λογότυπο της UNESCO δεν αποτελεί και το απόλυτο παγκόσμιο σύμβολο της ενότητας των ανθρώπων όπου γης και χρόνου και της συνδέσμωσης όλων των πολιτισμών;
Ναι, υπάρχουν και άλλες κορυφώσεις της μακρόχρονης ιστορίας μας: τα Ομηρικά Έπη, οι Τραγωδίες, η Δημοκρατία, το θέατρο, η μυθολογία, η αυγή του Ορθολογισμού και του Διαφωτισμού, οι Ολυμπιακοί αγώνες, η γέννηση της Επιστήμης, η τέχνη… Αλλά είναι ο Ιερός Βράχος, που μορφοποιεί και ενοποιεί με το μοναδικό, το αθάνατο μεγαλείο του όλο αυτό τον φωτεινό γαλαξία σε μια εικόνα - αρχέτυπο.
Εκατομμύρια πολίτες από όλο τον κόσμο συρρέουν, τον θαυμάζουν, τον πολιορκούν, τον αποθανατίζουν, παίρνουν την γλυκιά όψη του μαζί τους ως ξεχωριστό θησαυρό. Τον φωτογραφίζουν και φωτογραφίζονται μαζί του ως φυλακτό. Κάθε ημέρα και σχεδόν όλο τον χρόνο βλέπεις τους ανθρώπους να τον πολιορκούν με ατέλειωτες ουρές, ένας συνεχής μυρμηγκόδρομος είτε από την παλαιόθεν γνωστή δυτική είσοδο είτε πλέον και από το νότιο μέρος, από το θέατρο του Διονύσου.
Οι πεζόδρομοι Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Αποστόλου Παύλου, που κάποτε ήταν δρόμοι κυκλοφορίας αυτοκινήτων, από την απαρχή τους στους Στύλους του Ολυμπίου Διός μέχρι το Θησείο, είναι κάθε ώρα πλημμυρισμένοι από κόσμο. Και επειδή σχεδόν κάθε ημέρα θα κάνω τη διαδρομή αυτή, ρωτάω κατά καιρούς από που είναι οι ενθουσιασμένοι τουρίστες: από Ιαπωνία και Σιγκαπούρη, από Αυστραλία και Νορβηγία, από Βραζιλία και Ισπανία - Αμερικάνοι, Άγγλοι, Γερμανοί, Ρώσοι, Κινέζοι… Δεν λείπει καμιά χώρα…
Ένα πανηγύρι γίνεται κάθε ημέρα στην Αθήνα. Γεμίζουν τα στενά της Πλάκας, όλα τα στέκια από τα πρωινά μέχρι το βράδυ αργά δεν παίρνουν ανάσα.
Ο Αλπέρ Καμύ, εκστασιασμένος από το “υπερβολικό κάλλος του χώρου”, συνεπαρμένος από το φως του ήλιου και από το αντιφέγγισμα του τόπου, μονολογεί. «Εκεί επάνω πρόκειται για κάτι άλλο. Πάνω στους ναούς και στην πέτρα καταγής, που ο άνεμος θαρρείς και τα έξυσε όλα μέχρι το κόκαλο, το φως στις 11 το πρωί πέφτει άπλετο, αντανακλάται, διασπάται σε χιλιάδες σπαθιές λευκές και καυτερές. Το φως ψαχουλεύει τα μάτια, τα κάνει να δακρύζουν, διαπερνά το κορμί με οδυνηρή ταχύτητα, το αδειάζει, το ανοίγει σαν να το βιάζει, εντελώς φυσιολογικά, και συνάμα το ξεπλένει».
Η Βιρτζίνια Γουλφ έκπαγλη από τη ζωντάνια του χώρου νιώθει την ακτινοβολία του ιερού μνημείου. “Όταν πλησιάσετε, θα δείτε ότι ο Παρθενώνας είναι μακράν το πιο εντυπωσιακό από όλα τα ιερά. Κι επίσης θα δείτε ότι η επιφάνεια των κιόνων είναι ραβδωτή και φθαρμένη. Η καταστροφή είναι φοβερή. Παρ’ όλα αυτά, ο Παρθενώνας είναι ακόμα νέος και λαμπερός. Ωστόσο, όταν τον είδαμε για πρώτη φορά, το φως ήταν τόσο βίαιο που μόλις και μετά βίας θα μπορούσαμε να δούμε τη ζωφόρο: και λόγω όλου εκείνου του μαρμάρου που ήταν σκορπισμένο στα πόδια μας –πλάκες και θραύσματα– που έμοιαζαν να ακτινοβολούν το φως από κάτω προς τα πάνω […]
Επισκεφθήκαμε επίσης την Ακρόπολη στο ηλιοβασίλεμα… Και όταν μιλάμε για «χρώμα» του Παρθενώνα, απλώς ενδίδουμε στις απαιτήσεις της γλώσσας. Κι ένας ζωγράφος αν χρησιμοποιούσε την τέχνη του για να το περιγράψει, πρέπει να ομολογήσουμε ότι θα είχε τους ίδιους περιορισμούς. Ακτινοβολεί φως και θερμότητα, ενώ οι άλλοι ναοί καίγονταν σε μια λευκή λάμψη. Κανένα μέρος δεν φαίνεται να έχει περισσότερη ενέργεια και να είναι πιο ζωντανό από αυτό το πλάτωμα με τις αρχαίες, νεκρές πέτρες».
Και εμείς, οι νεοέλληνες; Ρωτούσα συχνά τους μαθητές και τις μαθήτριες στο λύκειο, αν οι γονείς είχαν επισκεφτεί την Ακρόπολη. Η εικόνα απογοητευτική. Άραγε αρκεί να θαυμάζουμε το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, χωρίς να νιώθουμε την πνευματική πνοή του από κοντά, χωρίς να μαθαίνουμε ουσιαστικά έστω ένα μέρος του μεγαλείου του;