«Νείρομαι»: Η σημασία της λέξης
Το ρήμα «νείρομαι» προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα «ἱμείρωμαι», που σημαίνει «επιθυμώ».
Στη σημερινή του χρήση, η λέξη δηλώνει την έντονη επιθυμία, τη λαχτάρα ή το όνειρο που έχει κάποιος για κάτι. Με άλλα λόγια, όταν κάποιος λέει ότι «νείρεται» κάτι, εννοεί ότι το επιθυμεί βαθιά και ελπίζει να το πραγματοποιήσει.
Παράδειγμα χρήσης: «Αυτό που νείρομαι περισσότερο είναι να κάνω ένα μακρινό ταξίδι».
Πρόκειται, επομένως, για μια λέξη που εκφράζει κάτι περισσότερο από μια απλή επιθυμία, καθώς αποτυπώνει τη βαθιά λαχτάρα για την εκπλήρωση ενός ονείρου.