Η σημασία της λέξης «ορμέμφυτο»
Το «ορμέμφυτο» αποτελεί λέξη που προέρχεται από τη γερμανική απόδοση του όρου Naturtrieb και συνδέεται ετυμολογικά με τις λέξεις «ορμή» και «έμφυτος».
Η σημασία του είναι το ένστικτο, δηλαδή μια φυσική τάση ή παρόρμηση που εκδηλώνεται χωρίς συνειδητή σκέψη. Ως συνώνυμά του χρησιμοποιούνται οι λέξεις «παρόρμηση», «ενόρμηση» και «ψυχόρμητο».
Αντίστοιχα, το επίθετο «ορμέμφυτος» χαρακτηρίζει κάτι που εκδηλώνεται αυθόρμητα, αυτόματα και ενστικτωδώς, χωρίς να αποτελεί απαραίτητα αποτέλεσμα συνειδητής απόφασης.
Η λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί, για παράδειγμα, για να περιγράψει ένα συναίσθημα που γεννιέται αυθόρμητα και χωρίς να υπάρχει κάποια προφανής αιτία.
Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο λογοτεχνικό απόσπασμα:
«Ο Βούκιος κι ο Λεωνής, από την πρώτη μέρα που αντίκρισαν ο ένας τον άλλο, μισήθηκαν. Ήταν ένα μίσος ορμέμφυτο, σκοτεινό, αναίτιο, ακατανόητο και γι’ αυτό το χειρότερο απ’ όλα τα είδη του μίσους, ένα γνήσιο πάθος όπως ο αληθινός έρωτας».
Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η λέξη «ορμέμφυτο» περιγράφει ένα μίσος που γεννήθηκε αυθόρμητα, χωρίς εξήγηση ή εμφανή αφορμή, υποδηλώνοντας την ενστικτώδη και ανεξήγητη φύση του συναισθήματος.