Ταλέντο λέμε τη φυσική ικανότητα κάποιου, ιδιαίτερα στις τέχνες ή στα γράμματα. Η λέξη όμως έχει ταξιδέψει: αρχαίο τάλαντον → λατινικό talentum → ιταλικό talento → νεοελληνικό ταλέντο. Είναι, δηλαδή, αντιδάνειο: μια ελληνική λέξη που επέστρεψε αλλαγμένη.
Το αρχαίο τάλαντο ήταν μονάδα βάρους και χρηματικής αξίας. Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, η ιταλική σημασία «χάρισμα» διαμορφώθηκε με βάση την παραβολή των ταλάντων της Καινής Διαθήκης. Έτσι, από τον πλούτο που μετριέται φτάσαμε στην ικανότητα που καλλιεργείται.
Παράδειγμα: «Έχει ταλέντο να εξηγεί τα δύσκολα με απλά λόγια».