Ένα νέο ψηφιακό εργαλείο παρακολούθησης της κτηματαγοράς ετοιμάζεται να θέσει σε εφαρμογή το Δημόσιο, με στόχο τη συγκέντρωση τεράστιου όγκου δεδομένων σχετικά με τις πραγματικές τιμές αγοράς και ενοικίασης ακινήτων σε ολόκληρη τη χώρα. Το φιλόδοξο αυτό εγχείρημα, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 354 του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ονομάζεται Τράπεζα Αξιών Ακινήτων (ΤΑΑ) και φιλοδοξεί να αποτελέσει το κεντρικό παρατηρητήριο για τη στενή παρακολούθηση των εμπορικών τιμών.
Η λειτουργία της νέας βάσης δεδομένων στηρίζεται στη συστηματική αξιοποίηση πολλαπλών πηγών πληροφόρησης, οι οποίες χωρίζονται σε δύο βασικούς πυλώνες. Από τη μία πλευρά, θα αξιοποιούνται τα επίσημα στοιχεία από τα συμβόλαια των συμβολαιογράφων, τις δηλωμένες μισθώσεις και τις μεταβολές εμπράγματων δικαιωμάτων, ενώ από την άλλη θα ενσωματώνονται πολύτιμες πληροφορίες από τράπεζες, εκτιμητικές εταιρείες και μεσιτικά δίκτυα, διασφαλίζοντας παράλληλα την απόλυτη προστασία των προσωπικών δεδομένων των πολιτών.
Πίσω από την τεχνολογική αυτή αναβάθμιση, ωστόσο, κρύβεται ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα που αφορά τη φορολογία της ακίνητης περιουσίας, καθώς σε πολλές περιοχές της χώρας οι εμπορικές τιμές έχουν εκτοξευθεί, ενώ οι αντικειμενικές παραμένουν καθηλωμένες. Η σταδιακή σύγκλιση των αντικειμενικών αξιών με τις πραγματικές τιμές της αγοράς ενδέχεται να προκαλέσει σημαντικές ανακατατάξεις στις φορολογικές επιβαρύνσεις των πολιτών.
Ο αντίκτυπος αυτών των αλλαγών δεν περιορίζεται μόνο στον ΕΝΦΙΑ, αλλά επεκτείνεται άμεσα στη φορολογία μεταβίβασης, στις κληρονομιές, στις γονικές παροχές και σε κάθε άλλη συναλλαγή που συνδέεται με την ακίνητη περιουσία. Παρά το γεγονός ότι σε περιοχές όπου οι εμπορικές τιμές υπολείπονται των αντικειμενικών ενδέχεται να υπάρξουν μειώσεις, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει εάν η προσαρμογή αυτή θα διατηρήσει τη φορολογική ουδετερότητα ή αν θα φορτώσει με πρόσθετα βάρη τους ιδιοκτήτες και τους αγοραστές.
Το επόμενο μεγάλο βήμα, το οποίο προγραμματίζεται να ολοκληρωθεί στα τέλη του 2027, είναι η διασύνδεση της Τράπεζας Αξιών με το σύστημα μαζικής εκτίμησης ακινήτων (CAMA). Η τεχνολογία αυτή θα επιτρέπει την αυτοματοποιημένη επεξεργασία των συναλλαγών και τον υπολογισμό των τιμών ζώνης, περιορίζοντας σημαντικά τη γραφειοκρατία, τις χρονοβόρες επιτροπές και τις παραδοσιακές εκτιμήσεις, και φέρνοντας τη φορολογική διοίκηση πιο κοντά στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.