Ένα σημαντικό βήμα προς την καλύτερη κατανόηση και την έγκαιρη διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας (ΡΑ) επιχειρείται μέσα από έρευνα του Ακαδημαϊκού Κέντρου Οδοντιατρικής του Άμστερνταμ. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το μικροβίωμα του στόματος ενδέχεται να προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες για τον κίνδυνο εμφάνισης της αυτοάνοσης πάθησης, διευκολύνοντας ενδεχομένως την έγκαιρη έναρξη της κατάλληλης θεραπείας.
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια χρόνια αυτοάνοση νόσος, η εμφάνιση της οποίας σχετίζεται με την αλληλεπίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Η έγκαιρη αναγνώρισή της θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη αντιμετώπιση της νόσου και στον περιορισμό των επιπτώσεών της.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Arthritis & Rheumatology, η εξέταση της στοματικής κοιλότητας και, ειδικότερα, η ανάλυση των μικροοργανισμών που φιλοξενεί, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα επιπλέον μέσο διερεύνησης του κινδύνου για ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα
Οι επιστήμονες εξέτασαν τρεις ομάδες συμμετεχόντων, καθεμία αποτελούμενη από 50 άτομα. Η πρώτη ομάδα περιλάμβανε ασθενείς με πρώιμη ρευματοειδή αρθρίτιδα, ενώ η δεύτερη αποτελούνταν από υγιή άτομα χωρίς τη νόσο, γνωστούς παράγοντες κινδύνου ή άλλα αυτοάνοσα νοσήματα.
Η τρίτη ομάδα περιλάμβανε άτομα με αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν τη νόσο. Σε αυτήν ανήκαν συμμετέχοντες που παρουσίαζαν αρθραλγία, δηλαδή πόνο στις αρθρώσεις, ή είχαν στο αίμα τους αυτοαντισώματα έναντι κιτρουλλινωμένων πρωτεϊνών (ACPA).
Τα συγκεκριμένα αντισώματα έχουν ιδιαίτερη διαγνωστική σημασία, καθώς μπορεί να ανιχνευθούν από μήνες έως και αρκετά χρόνια πριν από την εμφάνιση των κλινικών εκδηλώσεων της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.
Στο πλαίσιο της έρευνας, όλοι οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε οδοντιατρικό και περιοδοντολογικό έλεγχο. Οι ειδικοί εξέτασαν τα ούλα για ενδείξεις αιμορραγίας και φλεγμονής, ενώ έλεγξαν τα δόντια για απώλειες, σφραγίσματα, κοιλότητες και τερηδόνα. Παράλληλα, κατέγραψαν την ύπαρξη αφαιρούμενων οδοντοστοιχιών.
Επιπλέον, συλλέχθηκαν δείγματα από την επιφάνεια της γλώσσας, το σάλιο και την υποουλική τρυγία, δηλαδή τις εναποθέσεις κάτω από τα ούλα. Οι ερευνητές συγκέντρωσαν επίσης πληροφορίες σχετικά με τις συνήθειες στοματικής υγιεινής των συμμετεχόντων, όπως τα μέτρα που ακολουθούσαν για τη φροντίδα του στόματος και το πότε είχαν βουρτσίσει τελευταία φορά τα δόντια τους.
Η αξιολόγηση δεν αποκάλυψε σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων ως προς την περιοδοντική υγεία ή την οδοντική πλάκα. Αντίθετα, οι αναλύσεις των δειγμάτων ανέδειξαν αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις στη σύνθεση του μικροβιώματος του σάλιου και της γλώσσας.
Τα βακτήρια που κέντρισαν το ενδιαφέρον των επιστημόνων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν δύο γένη βακτηρίων, τα Prevotella και Veillonella. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι συγκεντρώσεις τους στο σάλιο ήταν υψηλότερες τόσο στα άτομα με πρώιμη ρευματοειδή αρθρίτιδα όσο και σε εκείνα που παρουσίαζαν παράγοντες κινδύνου για τη νόσο, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.
Επιπλέον, μεγαλύτερη παρουσία βακτηρίων του γένους Veillonella στην επιφάνεια της γλώσσας καταγράφηκε στους συμμετέχοντες που είχαν ήδη εμφανίσει ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Τα ευρήματα ενισχύουν την υπόθεση ότι η σύνθεση του στοματικού μικροβιώματος ενδέχεται να συνδέεται με την ανάπτυξη της νόσου. Ορισμένοι από τους συγκεκριμένους μικροοργανισμούς έχουν συσχετιστεί με την προώθηση φλεγμονωδών διεργασιών στον οργανισμό.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στα βακτήρια Prevotella, καθώς ορισμένα είδη τους έχουν συνδεθεί με χρόνια φλεγμονή. Τα αποτελέσματα της νέας μελέτης βρίσκονται σε συμφωνία με προηγούμενες έρευνες, οι οποίες είχαν εντοπίσει αυξημένη παρουσία αυτών των βακτηρίων και στο εντερικό μικροβίωμα ατόμων με ρευματοειδή αρθρίτιδα ή αυξημένο κίνδυνο εμφάνισής της.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ακόμη ότι η μικροβιακή δυσβίωση, δηλαδή η διαταραχή της ισορροπίας των μικροοργανισμών που κατοικούν σε ένα σημείο του σώματος, φαίνεται σε αρκετές περιπτώσεις να υποχωρεί μετά την έναρξη της θεραπείας για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Ωστόσο, τα συγκεκριμένα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι τα βακτήρια προκαλούν από μόνα τους τη νόσο. Αντίθετα, υποδεικνύουν μια πιθανή σχέση που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Τι γνωρίζουμε για τη σχέση του στόματος με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα
Η πιθανή συμμετοχή των μικροοργανισμών στην εμφάνιση αυτοάνοσων νοσημάτων απασχολεί εδώ και χρόνια την επιστημονική κοινότητα. Ειδικότερα, η σχέση ανάμεσα στην περιοδοντική νόσο, στις μεταβολές του στοματικού και του εντερικού μικροβιώματος και στη ρευματοειδή αρθρίτιδα έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών ερευνών.
Ορισμένες μελέτες έχουν υποδείξει ότι συγκεκριμένα βακτήρια της στοματικής κοιλότητας, κυρίως αναερόβια, ενδέχεται να συμμετέχουν στις διαδικασίες που σχετίζονται με την εμφάνιση της νόσου.
Ενδεικτικά, έρευνα του 2009 είχε εντοπίσει τρεις τύπους αναερόβιων βακτηρίων που βρίσκονται στο στόμα και είχαν ανιχνευθεί επίσης στο αρθρικό υγρό ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Άλλες επιστημονικές εργασίες έχουν εξετάσει τον ρόλο αντισωμάτων που σχετίζονται με συγκεκριμένα βακτήρια τα οποία συνδέονται με την περιοδοντίτιδα. Μία από τις προτεινόμενες εξηγήσεις είναι ότι ορισμένοι μικροοργανισμοί παράγουν πρωτεΐνες ικανές να ενεργοποιήσουν ανοσολογικές αντιδράσεις, οι οποίες ευνοούν τον σχηματισμό των ACPA.
Τα συγκεκριμένα αυτοαντισώματα συνδέονται στενά με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και ενδέχεται να συμβάλλουν στις φλεγμονώδεις διεργασίες που χαρακτηρίζουν τη νόσο.
Παρά τα ενθαρρυντικά στοιχεία, απαιτούνται πρόσθετες μελέτες προκειμένου να αποσαφηνιστεί ο ακριβής ρόλος του στοματικού μικροβιώματος και να διαπιστωθεί εάν οι συγκεκριμένοι μικροοργανισμοί μπορούν να αξιοποιηθούν στην κλινική πράξη ως αξιόπιστοι δείκτες έγκαιρης διάγνωσης.
Προς το παρόν, η ανάλυση του στοματικού μικροβιώματος αποτελεί ένα πολλά υποσχόμενο ερευνητικό πεδίο και όχι μια καθιερωμένη εξέταση για τη διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.