Τι σημαίνει «κοριάζω»;
Το «κοριάζω» χρησιμοποιείται αρχικά με τη σημασία «σχηματίζω κόρα» ή «πιάνω πέτσα και κρούστα». Περιγράφει, δηλαδή, κάτι που αποκτά μια συμπαγή επιφάνεια ή κρούστα.
Η λέξη, ωστόσο, έχει και μια δεύτερη σημασία. «Κοριάζω» σημαίνει επίσης «είμαι γεμάτος κοριούς».
Έτσι, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, το ίδιο ρήμα μπορεί να αναφέρεται είτε στον σχηματισμό κρούστας είτε στην παρουσία κοριών.