Η λέξη «αρτύσιμος» αποτελεί ένα πολύ όμορφο παράδειγμα του πλούτου της ελληνικής γλώσσας, συνδεδεμένο στενά με τη θρησκευτική παράδοση και τη διατροφική μας κουλτούρα.
Ετυμολογία και σημασία
- Τι σημαίνει: Αρτύσιμο είναι κάθε φαγητό που δεν είναι νηστίσιμο - δηλαδή περιέχει τροφές ζωικής προέλευσης (κρέας, γαλακτοκομικά, αβγά, ψάρια) ή/και λάδι (σε περιόδους αυστηρής νηστείας).
- Από πού παράγεται: Προέρχεται από το ρήμα «αρτύω», που αρχικά σήμαινε ετοιμάζω, διορθώνω και μεταγενέστερα καρυκεύω, νοστιμίζω ή αρτύνω (προσθέτω λίπος, λάδι ή καρυκεύματα στο φαγητό).
- Η αντίθετη έννοια: Το αντίθετό της είναι η λέξη «νηστίσιμος» (ή αλάδωτος, ανάλογα με τον βαθμό της νηστείας).
Πού τη συναντάμε συχνά;
- Στο εκκλησιαστικό ημερολόγιο: Χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τις ημέρες ή τις περιόδους που επιτρέπεται η κατάλυση όλων των τροφών (π.χ. «Σήμερα η ημέρα είναι αρτύσιμος»).
- Στην καθημερινή ομιλία / γαστρονομία: Παρότι παλαιότερη λέξη, χρησιμοποιείται ακόμη συχνά σε περιόδους νηστειών (όπως τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή) για να διαχωριστούν τα πιάτα ενός μενού ή μιας οικογενειακής συγκέντρωσης.